"Η Γειτονιά των Ταπεινών", του Π. Μ. Σωτήρχου - Η ΖΩΗ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

"Η Γειτονιά των Ταπεινών", του Π. Μ. Σωτήρχου - Η ΖΩΗ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

Ευρετήριο Άρθρου

Η ΖΩΗ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

Ποιος δεν θέλει να γνωρίση τι γίνεται μετά την αναχώρηση μας από αυτόν τον κόσμο και πώς είναι η ζωή πέραν του τάφου; Ποιος δεν έχει την αγωνία να μάθη τι γίνεται στην παραπέρα πορεία της ζωής στην ατέλειωτη αιωνιότητα; Γιατί ο κάθε άνθρωπος, που γεννιέται σ' αυτόν τον κόσμο είναι προορισμέ­νος να ζήση αιώνια και όχι μόνον σ' αυτόν τον προ­σωρινό κόσμο, που είναι μια προετοιμασία, μια ά­σκηση και δοκιμασία της ελευθερίας μας, ώστε να έ­χουμε την κατάλληλη συνέχεια στην ατέρμονη αιώ­νια ζωή. Όποιος προτιμά να ζή στο φως να βρή το φως και οποίος προτιμά το σκοτάδι να βρή το σκοτά­δι και οποίος θέλει το μισόφωτο στο μισόφωτο θα βρεθή. Εμείς όμως απορροφημένοι από τις επιθυμίες και τις ανάγκες και τα πάθη, παρασυρόμαστε από τα γήινα και ξεχνούμε τα αιώνια. 

Να πούμε τι θα έπρεπε να κάνουμε; Αυτό το κα­ταλαβαίνει ο κάθε λογικός άνθρωπος και όλοι όσοι πιστεύουν στον Χριστό. Η προσοχή μας πρέπει να είναι σταθερά στραμμένη στα αιώνια και να διαλέ­γουμε πριν απ’ όλα τον σωστό δρόμο, που θα πρέπει να ακολουθήσουμε σ' αυτή την σύντομη ζωή, η οποία τελειώνει γρήγορα και σβήνει, ενώ ή ζωή της ψυχής συνεχίζεται και κουβαλά μαζί της όλες τις ευθύνες για τα έργα, πού προτιμήσαμε. 

Κάποιος Γέροντας Ασκητής διηγήθηκε μια τέτοια χαρακτηριστική ιστορία, μια περίπτωση πραγματική, όπως βεβαιώνει και την έζησε και την εξομολογήθηκε στον ίδιο, γιατί ήταν ο Εξομολόγος της, μια οσία μο­ναχή, που είχε φθάσει στον αληθινό φόβο του Θεού, με πολλούς πνευματικούς αγώνες. Όταν λοιπόν ο Πνευματικός της την ερώτησε πώς και γιατί ξεκίνησε να γίνη μοναχή, εκείνη αναστέναξε και είπε: 

-«Όταν ήμουν παιδί, άγιε Γέροντα, είχα πατέρα έναν καλοσυνάτο και πράο και ευλαβέστατο άνθρω­πο, αλλά ήταν φιλάσθενος. Έτσι τα περισσότερα χρό­νια του τα πέρασε με δίαιτες και γιατρούς και φάρμα­κα. Πιο πολλές μέρες βρισκόταν στο κρεββάτι και λι­γότερες στη δουλειά του. Όσες μέρες δούλευε στα χω­ράφια του ήταν τόσον απορροφημένος στις δουλειές του, ώστε σπάνια συναντιόταν με τους συγχωριανούς του. Καταγινόταν με την καλλιέργεια της γης, αυτή ή­ταν ή δουλειά του, και έφερνε στο σπίτι τους καρπούς των κόπων του. Ήταν τόσο σιωπηλός, πού όσοι δεν τον γνώριζαν ενόμιζαν ότι είναι βουβός. 

Η μητέρα μου ήταν το εντελώς αντίθετο. Ενδια­φερόταν για όλα, ακόμα και για όσα συνέβαιναν και έξω από την πατρίδα. Μιλούσε τόσο πολύ και έλεγε τόσο πολλά σε όλους, ώστε να δίνη την εντύπωση οτι όλο της το σώμα ήταν μια γλώσσα! Φιλονικούσε συ­νεχώς με όλους. Μεθούσε συχνά και περνούσε ώρες με ακόλαστους άντρες. Διαχειρίζονταν τα οικονομι­κά του σπιτιού, που της τα είχε αναθέσει ο πατέρας μου, με τέτοιο τρόπο κακό, ωσάν πόρνη, έτσι, που να μην επαρκούν για μας, μολονότι υπήρχαν πολλά α­γαθά. Ήταν πολύ σπάταλη. Το σώμα της το χρησι­μοποιούσε με τόσο αισχρό τρόπο, ώστε λίγοι άντρες από το χωριό μπόρεσαν να ξεφύγουν από την δική της ασέλγεια. Ποτέ της δεν αρρώστησε, ούτε αισθάνθηκε ποτέ σωματικό πόνο. Από την ημέρα, που γεν­νήθηκε ως την ημέρα, που πέθανε ήταν υγιέστατη σε όλο της το σώμα. 

Ο πατέρας μου, υστέρα από πάλη με πολυχρό­νιες αρρώστιες, πέθανε. Αμέσως με τον θάνατο του άρχισε μια φοβερή κακοκαιρία. Άρχισαν να φυσούν δυνατοί άνεμοι και παντού βροντές και αστραπές και θύελλες με πολλή βροχή. Η βροχή δεν σταματού­σε ούτε στιγμή, νύχτα και μέρα, με αποτέλεσμα να μείνη τρεις μέρες άταφος ο πατέρας μου πάνω στο κρεββάτι του. Οι συγχωριανοί κουνούσαν το κεφάλι τους και απορούσανε με όλο αυτό το κακό και κατη­γορούσαν τον πατέρα μου, ότι είναι εχθρός του Θεού και γι’ αυτό μήτε η γη δεν τον δέχεται για ταφή. Ό­μως για να μην αρχίση η αποσύνθεση του σώματος μέσα στο σπίτι και δεν μπορεί να μπή κανείς μέσα σ' αυτό, αν και ο καιρός ήταν κακός, όλο βροχές και α­νέμους, τον θάψαμε κανονικά στο νεκροταφείο. 

Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα μου, σαν να πήρε μεγαλύτερη άδεια, συνέχισε να ασωτεύη με με­γαλύτερη αναίδεια. Έκανε το σπίτι μας σχεδόν πορ­νείο. Έζησε με τόση ασωτία και ακολασία, ώστε να μου αφήση ελάχιστα για κληρονομιά, όσον ακόμα ζούσα στον κόσμο. Ο θάνατος ήρθε σ' αυτήν, όπως μου φαίνεται, μόλις και μετά βίας και με φόβο, σαν να μην ήθελε να την πάρη. Και είχε μια τέτοια κη­δεία και φροντίδα, αντίθετη με εκείνη του πατέρα μου, ώστε να νομίζη κανείς ότι και ο καιρός να προ­σαρμόζεται στην κηδεία. 

Εγώ, δε, μετά τον θάνατο της, καθώς είχα ξεπε­ράσει την παιδική ηλικία, άρχισα να νοιώθω τις επι­θυμίες του σώματος, που με κινούσαν και με ερέθι­ζαν. Ένα βράδυ λοιπόν, όπως είναι φυσικόν, άρχισα να σκέφτομαι και να εξετάζω, ποιόν δρόμον να δια­λέξω στην ζωή μου. Ποια από τις ζωές των γονιών μου. Την ζωή του πατέρα μου, με την καλοσύνη, την πραότητα και την ωραία σύνεση του: Αλλά, έλεγα πάλι μέσα μου και σκεφτόμουνα, ότι έτσι κανένα κα­λό δεν είχε στην ζωή του. Όλη του την ζωή την ξόδε­ψε σε αρρώστιες και θλίψεις και έφυγε από την ζωή αυτή, έτσι, που ούτε η γη δεν ήθελε να δεχτή την τα­φή του. Εάν, λοιπόν, ένας τέτοιος τρόπος ζωής ήταν αρεστός στον Θεό, για ποιόν λόγον ο πατέρας μου δοκίμασε τόσα κακά και δυσάρεστα, ενώ αυτόν τον καλό τρόπο ζωής είχε διαλέξει; 

Αλλά και ο τρόπος της μητέρας μου, θα έλεγε κα­νείς, είναι ο σωστός, να ζήση και να εκδίδη το σώμα του στην ακολασία, στην ασέλγεια και την ηδονή; Ε­κείνη βέβαια, μολονότι δεν άφησε τίποτε αισχρό, που να μη το κάνη, και μεθοκοπούσε πάντοτε, παρ' όλα αυτά επέρασε την ζωή της ολόκληρη με υγεία και καλοπέραση. Τί θα έλεγε λοιπόν κανείς, ότι έτσι πρέπει να ζήσω κι εγώ, σαν την μητέρα μου; Άλλω­στε είναι καλύτερο να έχω εμπιστοσύνη στα μάτια μου και να μη προσπερνώ καθόλου, αυτά, που καλά έχω διαπιστώσει. Και εγώ η άθλια, πήρα την απόφα­ση να ακολουθήσω μια τέτοια ζωή, ωσάν την ζωή της μητέρας μου. 

Έτσι, που σκεφτόμουνα, ήρθε η νύχτα και με πή­ρε αμέσως ο ύπνος, υστέρα από αυτούς τους λογι­σμούς, που είχα κάνει. Τότε βλέπω ξαφνικά μπροστά μου ένα μεγαλόσωμο άνθρωπο, που ήταν φοβερός στην όψη. Έπειτα, αφού με τρόμαζε με την μορφή του, με ρωτούσε με οργισμένο πρόσωπο και με σκλη­ρή φωνή: 

-Πες μου εσύ ή τάδε (είπε το όνομα μου), ποιοί είναι οι λογισμοί της καρδιάς σου και τι θέλεις να κάνης στην ζωή σου; 

Εγώ ήμουν κατατρομαγμένη από την όψη και την εμφάνιση του και δεν τολμούσα ούτε να μιλήσω, ούτε να γυρίσω να τον κοιτάξω. Είχα κατεβασμένο το βλέμμα. Εκείνος με πιο δυνατή φωνή με πρόσταξε πάλι να του αναφέρω τις αποφάσεις μου. Εγώ είχα παραλύσει από τον φόβο μου και έχοντας ξεχάσει τις σκέψεις μου, έλεγα ότι δεν ξέρω τίποτε από αυτά, που με ρωτά. Εκείνος πάλι, ενώ εγώ αρνιόμουν τα ό­σα είχα σκεφτεί, μου θύμιζε όλους τους λογισμούς, που είχα κάνει πριν κοιμηθώ. Τότε εγώ αισθάνθηκα μέσα μου να με ελέγχη η συνείδηση μου και άρχισα να παρακαλώ και να ζητώ συγχώρηση και εξηγούσα γιατί είχα κάνει αυτές τις σκέψεις. Εκείνος με την ίδια έντονη φωνή μου είπε: 

-Έλα, λοιπόν, να δής και τους δυο, τον πατέρα σου και την μητέρα σου, πώς είναι. Και ύστερα διά­λεξε οποία ζωή θέλεις για τον εαυτό σου να ζήσης. 

Με έπιασε αμέσως από το χέρι και με τραβούσε. Έτσι με έφερε σε μια πολύ μεγάλη πεδιάδα, με πολ­λούς κήπους και κάθε λογής καρπούς και διάφορα δέντρα, ποΥ την ομορφιά τους κανείς δεν μπορεί να περιγράψη. Με έβαλε μέσα σ' αυτήν την πανέμορφη πεδιάδα και εκεί με συνάντησε ο πατέρας μου. Με α­γκάλιασε αμέσως, με φιλούσε και με αποκαλούσε παιδί του. Εγώ τον έσφιξα στην αγκαλιά μου και τον παρακαλούσα να μείνω μαζί του. Εκείνος όμως μου έλεγε ότι δεν μπορεί να με κράτηση: 

-Τώρα, αυτό, που μου ζητάς δεν είναι δυνατόν να γίνη. Αν όμως θέλησης να ακολουθήσης τα δικά μου αχνάρια, τότε θα 'ρθής εδώ, και όχι υστέρα από πολύ χρόνο. 

Εγώ επέμενα πολύ να παρακαλώ και να ζητώ να μείνω μαζί του, αλλά εκείνος, που με πήγε εκεί, με τράβηξε από το χέρι και μου είπε: 

-Έλα, να δής και την μητέρα σου, να φλέγεται στη φωτιά, για να κρίνης μόνη σου, σε ποιόν από τους δυο τρόπους ζωής είναι καλόν να στραφής και ποιος από αυτούς τους δυο δρόμους σε συμφέρει να ακόλουθη σης. 

Με σταμάτησε σε ένα σπίτι σκοτεινό και τελείως ζοφερό, και ακούγονταν από κει μέσα μεγάλη ταρα­χή και τρίξιμο δοντιών. Εκεί μου έδειξε ένα καμίνι γεμάτο φωτιά και πίσσα να αναβράζη και να καίγε­ται και μερικούς φοβερούς φρουρούς να στέκονται ο­λόγυρα στο καμίνι. Ήταν φοβεροί και άγριοι στην ό­ψη. Εγώ κοίταξα κάτω και εκεί είδα την μητέρα μου βυθισμένη μέσα στη φωτιά μέχρι το λαιμό της. Καί­γονταν ολόκληρη από τη φωτιά και από τους πόνους έτριζε και χτυπούσε τα δόντια της, ενώ μια απαίσια μυρωδιά από σκουλήκια έβγαινε προς τα πάνω. 

Όταν με αντίκρυσε η μητέρα μου άρχισε να φωνάζη θρηνητικά και δυνατά και να με αποκαλεί παι­δί της και να παρακαλή: 

-Αλλοίμονο, παιδί μου, αλλοίμονο στα έργα και στις πράξεις μου. Όλα τα καλά έργα τα θεωρούσα τότε ότι ήταν φλυαρίες και ανοησίες και δεν πίστευα στις τιμωρίες για την πορνεία και την μοιχεία. Δεν πίστευα οτι υπάρχουν βασανιστήρια για την μέθη και την ασέλγεια. Να όμως, για λίγη ηδονή τότε, πό­ση κόλαση δοκιμάζω τώρα και τί τιμωρίες υποφέρω εδώ. Να, για λίγη παράνομη απόλαυση, πόσον τιμω­ρούμαι τώρα. Να, για την καταφρόνηση στο λόγο του Θεού, τί μισθούς έχω τώρα. Με έχουν βρει όλα τα ανεπανόρθωτα κακά! Και συνέχισε να κλαίη και να παρακαλή για κά­ποια βοήθεια: 

-Τώρα είναι καιρός για βοήθεια, παιδί μου. Τώ­ρα να θυμηθής τα τροφεία, τα έξοδα, πού έκανα για να σε μεγαλώσω. Τώρα πρέπει να μου ανταποδώσης την ευεργεσία, εάν πήρες ποτέ κάτι καλό από μένα. Σπλαγχνίσου αυτήν, που καίγεται και λυώνει μέσα στη φωτιά. Δείξε συμπόνοια σε μένα, που δοκιμάζο­μαι ολόκληρη μέσα σε τέτοια βάσανα. Λυπήσου με, παιδί μου, δός μου το χέρι σου και ανέβασε με από δω! 

Εγώ απέφευγα να της δώσω το χέρι μου εξ αι­τίας αυτών των άγριων, οι όποιοι στέκονταν σαν ε­πόπτες των βασανισμών, αλλά εκείνη συνέχισε να κλαίη και να φωνάζη με δάκρυα προς έμενα: 

-Παιδί μου, βοήθα με, παιδί μου, βοήθησε με και μην αδιαφορήσης για τους θρήνους της μητέρας σου. Θυμήσου τους πόνους, πού τράβηξα στη γέννα σου και μη παράβλεψης αυτήν, που χάνεται τώρα μέσα στην κόλαση της φωτιάς! 

Ομολογώ ότι συγκλονίστηκα από τις σπαρακτι­κές φωνές και τα δάκρυα της. Άπλωσα το χέρι να την τραβήξω, αλλά η φωτιά μου έκαψε το χέρι και άρχισα να στενάζω κι εγώ με δάκρυα. Θρηνούσα, ω­σάν μικρό παιδί. Όλοι στο σπίτι, οπού κοιμόμουνα ξεσηκώθηκαν από τα κλάματα μου, άναψαν το φως και ζητούσαν να μάθουν τί συνέβη και γιατί έκλαιγα τόσον πονεμένα. Εγώ τους περιέγραψα, που βρέθη­κα και τί είδα. Τότε είπα σ' αυτούς ότι προτιμώ να α­κολουθήσω στο μέλλον τη ζωή του πατέρα, αφού με την φιλανθρωπία, που μου έδειξε ο Θεός, πληροφο­ρήθηκα ποιες τιμωρίες περιμένουν αυτούς, που θέ­λουν να ζουν «αμαρτωλά». 

Αυτή ήταν η εξομολόγηση της μακάριας εκείνης μοναχής, που περιέγραψε τι λαμπρή, που είναι η α­νταπόδοση στις ενάρετες ψυχές και πόσον μεγάλες οι τιμωρίες για τις κακές πράξεις και την αισχρή ζωή. Μόνοι μας επιλέγουμε τα καλά ή τα αμαρτωλά έργα και αυτά βρίσκουμε και στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και ο Γέροντας Εξομολόγος της μακαριστής πλέον μονα­χής, μας συμβουλεύει να γινόμαστε καλύτεροι, για να συναντήσουμε τα καλύτερα και να ζούμε πάντοτε στην μακαριότητα.

τέλος σχολίων

ΠΕΘ
©2008-2024 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Με την διαφύλαξη κάθε δικαιώματος που ο νόμος ορίζει.