"Η Γειτονιά των Ταπεινών", του Π. Μ. Σωτήρχου - Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

"Η Γειτονιά των Ταπεινών", του Π. Μ. Σωτήρχου - Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

Ευρετήριο Άρθρου

Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

Τον έκτο αιώνα, όταν βρισκόταν σε άνθηση ο α­σκητικός Αναχωρητισμός της έρημου, υπήρχε ένας πολύ ταπεινός Μοναχός, που εγκαταβίωνε σε μεγάλο Κοινόβιο, που αριθμούσε πάνω από εκατόν μονα­χούς. Ανάμεσά τους ήταν και αυτός ο σιωπηλός, σχε­δόν άφωνος ασκητής, πού όλοι τον φώναζαν τρελλό καί άχρηστο και σαλεμένο και με άλλα επίθετα, διότι δεν του είχαν καμμιά εκτίμηση. Τον είχαν ως τον τε­λευταίο της Μονής και το διακόνημά του ήταν να βοσκή τα ζώα του Μοναστηρίου. Κι εκείνος δεν έλε­γε ποτέ τίποτα και δεν παραπονιόταν για τίποτα. Εί­χε σαν όπλα του καλού αγώνος την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή και την σιωπή. 

Την ίδια εποχή ζούσε ασκητικά σε μια σπηλιά μόνος του ένας άλλος Αναχωρητής, όπου είχε μεγά­λη φήμη και όλοι τον θεωρούσαν άγιο και τον απο­καλούσαν ο Μεγάλος Αναχωρητής, γιατί αντιμετώ­πιζε όλες τις δυσκολίες μόνος του. Προσεύχονταν συνεχώς, αγρυπνούσε, ενήστευε και μελετούσε την Αγία Γραφή για πολλές δεκαετίες. Κάποια μέρα του ήρθε ο λογισμός, εάν πορεύεται σωστά και σε ποιο πνευματικό επίπεδο είχε φτάσει. Παρακαλούσε λοι­πόν με δάκρυα στον Θεόν και έλεγε: 

-Κύριε, λυπήσου το πλάσμα σου και φανέρωσέ μου σε ποιο σημείο βρίσκομαι και αν πράττω σωστά την άσκησή μου. Σε παρακαλώ, πληροφόρησέ με, οπως εσύ ξέρεις και όπως εσύ θέλεις. Ευλογημένο να είναι πάντοτε το όνομά σου! Ελέησε με! 

Έναν ολόκληρο χρόνο έλεγε την προσευχή αυτή και αληθινά ήθελε να καταλάβη και να μάθη σε ποιο επίπεδο έχει φθάσει. Και ό Πολυέλεος Θεός, που α­κούει όλες τις προσευχές των ανθρώπων, εισάκουσε την παράκληση αυτή του Μεγάλου Αναχωρητή και έστειλε Άγγελο να τον πληροφόρηση για την κατά­σταση του, λέγοντας: 

-Η παράκληση σου έγινε δεκτή από τον Κύριον. Μάθε λοιπόν ότι στο τάδε Κοινόβιο υπάρχει ένας α­δελφός σου, που είναι καλύτερος από σένα. Μη ρωτήσης το όνομα του, γιατί όλοι τον φωνάζουν σαλόν (τρελλόν). 

Μόλις είπε αυτά τα λόγια ο Άγγελος εξαφανί­στηκε και ο Μεγάλος Αναχωρητής, αφού ευχαρίστη­σε θερμά τον Θεόν, που αποκρίθηκε στην παράκλησή του, σηκώθηκε την ίδια ώρα και ξεκίνησε για το Κοι­νόβιο, που του είπε ο Άγγελος, για να συνάντηση τον σαλόν ασκητή. Όταν έφτασε στο Μοναστήρι ό­λοι έτρεξαν να τον υποδεχτούν, με επικεφαλής τον Ηγούμενο και του έκαναν όσες τιμές μπορούσαν και τον προσκυνούσαν και φιλούσαν τα χέρια του και τον ασκητικό του χιτώνα, πού ήταν υφασμένος από χοντρό μαλλί, διότι όλοι τον θεωρούσαν ως άγιο και σοφό. Του έβαλαν τράπεζα εορταστική και κάθε άλ­λη περιποίηση που μπορούσαν για τον φημισμένο αυτόν Αναχωρητή. Ο Ηγούμενος μάλιστα άρχισε να τον ρωτά διάφορα πνευματικά ζητήματα, αλλά ο Μεγάλος Αναχωρητής ήθελε να συνάντηση τον σα­λόν, που του είχε αναφέρει ο Άγγελος του Κυρίου. 

-Καλά, καλά, θα μιλήσουμε και γι’ αυτά, αδελφοί και πατέρες, είπε, αλλά θα ήθελα προηγουμένως να δω όλους τους αδελφούς του Κοινοβίου και να τους χαιρετίσω. Θέλω να τους δω όλους τους αδελφούς. 

Ο Ηγούμενος έδωσε εντολή και συγκεντρώθηκαν όλοι οι αδελφοί στην μεγάλη αυλή του Μοναστη­ρίου, αλλά όχι και ο σαλός, τον όποιο ήθελε ο Ανα­χωρητής. 

-Είναι όλοι οι αδελφοί του Κοινοβίου εδώ; ρώ­τησε. 

-Ναι, άγιε Γέροντα. Είναι όλοι εδώ, είπε ο Η­γούμενος. 

-Μήπως λείπει κανείς; ξαναρώτησε ο Αναχωρη­τής. 

-Ναι, είπε ο γραμματικός του Κοινοβίου και βοηθός του Ηγουμένου, είναι και άλλος ένας, αλλά αυτός είναι σαλός και τον στέλνουμε να βοσκή το κο­πάδι, και δεν ξέρω τώρα, που βρίσκεται. Δεν αξίζει όμως τον κόπο να ασχολείται κανείς με αυτόν. Είναι σαλεμένος στα μυαλά και δεν μιλά σε κανέναν. 

Εκείνη την στιγμή φάνηκε από μακρυά να πλησιάζη ο σαλός, βρώμικος, κουρελιάρης, αναμαλλια­σμένος και αφρόντιστος, με χαμηλωμένο το βλέμμα του στην γη, έτσι, που δεν γύρισε να δη ούτε την συ­γκέντρωση των Μοναχών στην αυλή και κατευθύνο­νταν προς το ισόγειο κελλί του. Τότε κάποιος τον σταμάτησε και του είπε να πάη να χαιρετήση τον Μεγάλον Αναχωρητή. Καθώς όμως πλησίαζε ο Ανα­χωρητής έτρεξε κοντά του, γονάτισε και ασπάστηκε το χέρι του. Όλοι μείνανε κατάπληκτοι από το θέα­μα αυτό. Ο Μεγάλος, ο Άγιος Αναχωρητής να γονατίζη μπροστά στον σαλό και να του φιλήση το χέ­ρι. Παράξενο, πολύ παράξενο τους φάνηκε. Μήπως έκανε λάθος ο ονομαστός επισκέπτης τους; Μήπως δεν κατάλαβε καλά; Μήπως... 

Ύστερα ο Αναχωρητής πήγε μαζί με τον σαλό στο βρώμικο και ανάστατο κελλί του και του εξήγη­σε τον λόγο της επίσκεψης του. Του ανέφερε την πα­ράκληση του προς τον Θεόν και την απάντηση, που δέχτηκε με το στόμα του Αγγέλου. 

-Εγώ δεν ξέρω τίποτε από όλα αυτά. Εγώ είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος... 

-Αδελφέ μου, σε ικετεύω. Φανέρωσέ μου ποιο εί­ναι το έργο, που πράττεις και βρίσκεσαι τόσο ψηλό­τερα από μένα; Ποια είναι η πνευματική σου εργα­σία; 

-Εγώ είμαι ένας σαλός. Δεν κάνω τίποτε το ι­διαίτερο... 

-Μη κρύβεσαι, άγιε αδελφέ. Μη κρύβης από μέ­να το καλό σου έργο. Φανέρωσέ το, γιατί έτσι πολύ θα με βοηθήσης. Μπορεί να έχω αποκτήσει μεγάλη φήμη και όλοι να με θεωρούν πνευματικά προχωρη-μένον και ανεβασμένον ψηλά. Ο Θεός όμως μου απε­κάλυψε οτι δεν έχω φτάσει στα δικά σου μέτρα. Εί­σαι καλύτερος από μένα. Τι κάνεις και βρίσκεσαι τό­σον ψηλά; 

-Τίποτα δεν κάνω. Μονάχα, που κλαίω για τις α­μαρτίες μου, εκεί οπού βόσκω τα ζώα και προσεύχο­μαι... 

Ο Αναχωρητής όμως επέμενε και τον θερμοπαρακαλούσε να του πή τί είναι αυτό το ξεχωριστό έρ­γο, που κάνει και ο σαλός είπε με ταπεινή φωνή: 

-Πίστεψέ με, άγιε αδελφέ, δεν κάνω τίποτε το ξε­χωριστό ο άθλιος. Με έχουν εδώ για βοσκάρη του Μοναστηρίου κι εγώ τρέχω καθημερινά και φροντί­ζω για τα ζώα και ολημερίς προσεύχομαι στον Θεό να με λυπηθή και να με συγχώρηση. Και όταν σκοτεινιάζη επιστρέφω στο Μοναστήρι και μένω στο κελλί μου. Εδώ έχω στήσει έναν αργαλειό και πλέκω ψά­θες, με τα βούρλα και τα λινάρια και αυτό είναι το εργόχειρό μου, που το προσφέρω στο Μοναστήρι για την διατροφή μου. Τίποτε άλλο δεν κάνω. Ξέχασα μόνον να πω, ότι ο καλός μας Ηγούμενος, πού θέλει να με βοηθήση να γίνω λίγο καλός και υπομονετικός, όλη την ημέρα, πού λείπω στην βοσκή, λύνει το βόδι από το μαγκανοπήγαδο και το κλείνει στο κελλί μου. Το ζωντανό στενοχωριέται και κλωτσά και καταστρέ­φει τον αργαλειό και το εργόχειρο μου και όλα όσα βρίσκει μέσα στο κελλί. 

-Κι εσύ τί κάνεις, αδελφέ; 

-Κάνω υπακοή και υπομονή και δεν βγάζω λέξη από το στόμα μου. Γιατί ο καλός μας Ηγούμενος θέ­λει όλους να μας βοηθήση στη μετάνοιά μας. 

-Πόσον καιρόν ζής με αυτόν τον τρόπον; 

-Πάνω από τριάντα χρόνια ζω έτσι, αλλά ποτέ δεν παραπονέθηκα, ούτε άφησα τον λογισμό μου να έχει κάτι εναντίον του Ηγουμένου, μήτε το βόδι το χτύπησα ποτέ. Το ταΐζω με ό,τι μπορώ, το ποτίζω και υστέρα το πηγαίνω στο στάβλο του για ύπνο. Ε­πιστρέφω στο κελλί μου, τακτοποιώ τον αργαλειό και τα πράγματα και προσεύχομαι συνεχώς και πιο πολύ μέσα μου και τον δοξολογώ. 

-Και τί προσευχές λες, άγια αδελφέ; ρώτησε πά­λι ο Αναχωρητής. 

-Τον ευχαριστώ, που με έκανε άνθρωπο και όχι ποντίκι, τον ευχαριστώ, που σταυρώθηκε για μένα και την ψυχή μου και τον παρακαλώ να με πάρη μια μέρα κοντά του παντοτεινά. 

-Ώ, άγια υπομονή της ταπεινοφροσύνης! Πόσον ψηλά είσαι εσύ και πόσον χαμηλά βρίσκομαι εγώ! α­ναφώνησε σηκώνοντας τα χέρια του ο Αναχωρητής. Έβλεπε ολοκάθαρα μπροστά του έναν αληθινό άγιο, που ζούσε πραγματικά και εφάρμοζε τις διδα­σκαλίες του Χριστού για την προσευχή, την ανεξικα­κία, την ταπεινοφροσύνη και προ παντός την υπομο­νή, πού οι περισσότεροι άνθρωποι την χάνουν σε κά­θε δυσκολία της ζωής. 

-Άγιε αδελφέ, σε παρακαλώ να προσεύχεσαι, ώ­στε να με φώτιση ο Θεός να πράττω κι εγώ σαν κι ε­σένα πάντοτε και να μου χαρίση άφεση αμαρτιών! 

-Κι εσύ, άγιε αδελφέ, να προσεύχεσαι για μένα τον σαλό, γιατί κι εγώ είμαι αμαρτωλός και όλοι μας έχουμε ανάγκη από τις προσευχές των άλλων. 

-Να σε ρωτήσω ακόμα κάτι, άγιε αδελφέ. Εσύ ό­ταν προσεύχεσαι πώς οικονομείς την προσευχή σου, ποια τάξη βάζεις; ρώτησε πάλι ο Αναχωρητής. 

-Ο Γέροντας, πού με έκανε Μοναχό, μου είπε να κάνω καθημερινά τον Μοναχικό μου Κανόνα και υ­στέρα να παρακαλώ τον Θεόν για όλους τους αποθαμένους, υστέρα για όσους με έχουν βλάψη και μου έ­καναν κακό, υστέρα για όλους τους ανθρώπους, γνω­στούς και άγνωστους, πού ζουν τώρα στον κόσμο και τελευταία για τον εαυτό μου να με ελεήση, όπως εκεί­νος ξέρει και θέλει για την σωτηρία μου. 

Ο Αναχωρητής θαύμασε το πνευματικό ύψος του σαλού και του είπε: 

-Αληθινά είσαι πολύ ανώτερος από μένα. Ευλό­γησέ με! 

Κι αφού πήρε την ευχή του σαλού ανεχώρησε για την έρημο για να ξεκινήση μεγαλύτερους πνευματι­κούς αγώνες για την υπομονή της ταπεινοφροσύνης.

τέλος σχολίων

ΠΕΘ
©2008-2024 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Με την διαφύλαξη κάθε δικαιώματος που ο νόμος ορίζει.