Γιατί ισλαμοποιεί ο Ερντογάν την πολιτική του στρατηγική;

Γιατί ισλαμοποιεί ο Ερντογάν την πολιτική του στρατηγική;

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,

Πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων

Όλοι παρακολουθούμε άναυδοι την κατακτητική στρατηγική και τον αυταρχικό λόγο που χρησιμοποιεί σήμερα ο Ερντογάν,  σε βάρος των δικαίων της Ελλάδος, καραδοκώντας να βρει ευκαιρία για να αρπάξει και να προσαρτήσει τα Ελληνικά νησιά στη Γαλάζια Πατρίδα.

Παρατηρώντας, επίσης, όλα όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό της Τουρκίας, σε βάρος του ίδιου του τουρκικού λαού, αντιλαμβανόμαστε ότι η τουρκική πολιτεία, έχει μετατραπεί, πλέον, σε ένα τυραννικό θεοκρατικό καθεστώς, με δικτατορικής μορφής μονοπρόσωπη διακυβέρνηση στο εσωτερικό της και με ένα ιδιόμορφο τρόπο παρερμηνείας του διεθνούς δικαίου, στις εξωτερικές της σχέσεις, με στόχο να  διαιωνίζονται τα αρπακτικά της σχέδια σε βάρος των όμορων χωρών.

Έτσι, όταν οι επιτελείς του Ερντογάν επικαλούνται το διεθνές δίκαιο, είναι φανερό ότι εννοούν το δικό τους τούρκικο δίκαιο και την ισχύ που ονειρεύονται ότι αυτονόητα έχουν, ως απόγονοι της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, προσπαθώντας, με παράλογες και απίθανες ερμηνείες του δικαίου και με άγριες απειλές να το επιβάλουν σε άλλες χώρες, χρησιμοποιώντας, ως όπλο τους, τον φόβο και διάφορα πολεμοχαρή συνθήματα, όπως: «Θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά».

Με βάση  την ισλαμική παράδοση της Τουρκίας, είναι σαφές ότι οι δομές αυτής της νοοτροπίας έχουν ως αφετηρία τους το αυταρχικό θρησκευτικό υπόβαθρο του Ισλάμ, με κύριους εκφραστές τον Προφήτη Μωάμεθ, που ήταν εκείνος που εμπνεύστηκε και παρέδωσε το Κοράνιο στους Μουσουλμάνους, εγκαινιάζοντας ο ίδιος, ως πολιτικοθρησκευτικός ηγέτης, τις πολεμικές και επεκτατικές επιχειρήσεις, που η νέα θρησκεία του Ισλάμ ενέκρινε και ενέπνεε εναντίον των απίστων.

Την τακτική του Μωάμεθ συνέχισαν οι διάδοχοι και κληρονόμοι του, ένας από τους οποίους είναι το πολεμοχαρές σύμβολο που εμπνέει, τον τελευταίο καιρό, τον Ερντογάν,  ο Μωάμεθ ο Πορθητής.

Απόφαση του Ερντογάν, συνεπώς, είναι η στροφή του στο επιθετικό Ισλάμ και αυτό το πετυχαίνει, πολλαπλασιάζοντας τις θρησκευτικές δομές της Τουρκίας, Έτσι προσδοκά να πείσει, να κρατήσει ή να προσελκύσει στη δική του πολιτική παράταξη και στρατηγική,  τους ακροατές του, πιστούς μουσουλμάνους και πιθανούς ψηφοφόρους του.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου, μάλιστα, τροχοδρομεί και προσαρμόζει την πολιτική του δράση προς την ισλαμική θρησκεία, στηρίζοντας και διαδίδοντας, με όλα τα νομικά και κυβερνητικά μέσα που διαθέτει, τις θεωρητικές αρχές και τα θρησκευτικά πρότυπα του Κορανίου.

Η μετατροπή του Ναού της Αγίας Σοφίας σε Τζαμί, η εντατικοποίηση της διδασκαλίας του Κορανίου στα σχολεία, τα εγκαίνια του εμβληματικού τεμένους στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινουπόλεως, η επαναφορά της μαντήλας στις γυναίκες, οι δημόσιες προσευχές κ.ά., αποτελούν ισχυρότατα προπαγανδιστικά μέσα, που έχουν ως στόχο να καλλιεργούν την ελπίδα ενός μεγάλου μέρους του θρησκευόμενου λαού της Τουρκίας ότι η διακυβέρνηση Ερντογάν είναι εκείνη που εγγυάται αποφασιστικά την επάνοδο, από την κεμαλική εκκοσμίκευση, στην μουσουλμανοποίηση της τουρκικής κοινωνίας.

Ο Ερντογάν με όλα όσα καθημερινά διακηρύττει θέλει να δείξει στην τουρκική κοινωνία ότι η στρατηγική του πολιτική για το μέλλον της χώρας του δεν είναι η ευρωπαϊκή της πορεία, την οποία ο ίδιος είχε επιλέξει, ως σημαία της πολιτικής τους, με το ξεκίνημα του 21ου αι.,  αλλά η αποφασιστική της επιστροφή προς την ισλαμική θρησκεία.

Στα στρατηγικά του σχέδια, τοποθετεί, ως στόχο, την επανίδρυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, την προσάρτηση νέων εδαφών, την επέκταση της χώρας «στα όρια της καρδιάς του λαού» και όλα αυτά, φυσικά, με την πίστη και την ελπίδα του, όπως ισχυρίζεται, με κάθε ευκαιρία, στη βοήθεια του Αλλάχ.

Γι’ αυτό ο Ερντογάν, καθημερινά, απειλεί, προβάλλοντας το προφίλ του πορθητή, του πολεμοχαρή, του σουλτάνου, του αιμοχαρή, του στρατηλάτη, εκείνου, δηλαδή, που θα δοξάσει την Τουρκία και θα την οδηγήσει στην πραγμάτωση του οράματος της γαλάζιας πατρίδας.

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Ερντογάν,  τον Ιούλιο του 2016, σε δημόσιο χώρο στην Τζακάρτα της Ινδονησίας  -της μεγαλύτερης μουσουλμανικής χώρας στον κόσμο- αυτοπροσδιοριζόταν, πρώτα ως μουσουλμάνος και μετά ως Τούρκος. «Έχουμε μόνο μια έγνοια, Ισλάμ, Ισλάμ, Ισλάμ».

Αν και δεν αρνείται εντελώς τον Τουρκισμό του και τη σχέση του με τον Κεμάλ, η πολιτική του συμπεριφορά φανερώνει την ταύτισή του με τον ισλαμικό νόμο, δηλαδή τη σαρία και γενικά τις (Σουνιτικές) επιταγές του Κορανίου.

Με άλλα λόγια, η πολλαπλή ταύτιση του Ερντογάν με τα πολιτικά οράματα του Κορανίου αποδεικνύει ότι ακολουθεί ξεπερασμένες για τα παγκόσμια πολιτικά δεδομένα σουλτανικές αρχές, που, σύμφωνα με το γνωστό περιεχόμενό τους, δεν εκφράζουν την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, το έλεος, την αγάπη και την ανοχή, αλλά μια από τις πλέον βάρβαρες και απάνθρωπες θρησκευτικές διδασκαλίες της ιστορίας, που έγιναν αφορμή να χυθούν επί εκατοντάδες χρόνια, ποταμοί αιμάτων και εκατομμύρια νεκρών και να αμαυρωθεί έτσι ο παγκόσμιος πολιτισμός.

Κεντρικός άξονας των σχέσεων, που προβλέπει το Κοράνιο, με άλλους ανθρώπους και άλλους λαούς, είναι η ρητή εντολή του Αλλάχ: «… σκοτώνετε τους ειδωλολάτρες, οπουδήποτε κι αν τους βρείτε, και συλλάβετε τους και πολιορκείστε τους και στήστε τους παγίδες με κάθε (πολεμικό) στρατήγημα» (Σούρα ελ-Τέβμπε, 9: 5).

Ειδωλολάτρες θεωρούνται όλοι όσοι αρνούνται να υποταχτούν στο Ισλάμ. Σε άλλο σημείο του Κορανίου αναφέρεται: «Πολεμάτε αυτούς που δεν πιστεύουν στον Αλλάχ, … κι ούτε αναγνωρίζουν την αληθινή θρησκεία» (Σούρα ελ-Τέβμπε, 9: 29). Όλοι οι μη μουσουλμάνοι θεωρούνται «άπιστοι», άνθρωποι του Σατανά και, συνεπώς,  κάθε πιστός μουσουλμάνος έχει χρέος να τους πολεμήσει: «… πολεμήστε ενάντια των φίλων του σατανά» (Σούρα ελ-Νισά, 4: 76).

Όταν μελετά και ερευνά κανείς  αυτά και άλλα πάμπολλα παρόμοια κομμάτια του Κορανίου και ακούει τις σημερινές πολεμικές και αυταρχικές δηλώσεις και απειλές κατά των γειτονικών κρατών του Ερντογάν, δεν μπορεί να μην  αναγνωρίσει την υπάρχουσα συγγένεια και συνάφεια του Ιερού Βιβλίου με το ύφος και το περιεχόμενο των λόγων του πολεμοχαρούς τούρκου προέδρου.

Άλλωστε, το Κοράνιο είναι το βιβλίο, που με τη διδασκαλία του καθορίζει τη ζωή του Ισλαμιστή, από την ώρα που θα γεννηθεί, ως την ώρα που θα πεθάνει. Αποτελεί, μάλιστα, το κατ’ εξοχήν  σχολικό βιβλίο διδασκαλίας στα σχολεία της Τουρκίας, που, κατά τους μουσουλμάνους,  προορίζεται να αποτελέσει το πρότυπο ζωής για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Το Κοράνιο, συνεπώς, δεν είναι καθόλου άσχετο με την παρούσα πολιτική εξέλιξη του «ισλαμιστή» Ερντογάν, καθώς αποτελεί τον εμπνευστικό παράγοντα της σουλτανικής και πολεμικής του τακτικής.

Ο ίδιος, μάλιστα, αρέσκεται να εμφανίζεται ως πιστός θαυμαστής και ακόλουθος των παραδόσεων των σουλτάνων, που, με τις κατακτήσεις τους, δόξασαν και μεγάλωσαν την Τουρκία. Γι’ αυτό δεν αμελεί να χρησιμοποιεί, στις καθημερινές του δηλώσεις, τον φόβο που προτείνει το Ισλάμ και το Κοράνιο προς τους μη μουσουλμάνους.

Όταν ο Ερντογάν ομολογεί ότι η έγνοια του είναι το Ισλάμ, τότε ο πολιτισμένος κόσμος της Δύσεως μπορεί να αντιλαμβάνεται ότι η φιλοσοφία του Ισλάμ στηρίζεται στον απόλυτο φόβο, στην απόλυτη υποταγή, στην απόλυτη σκληρότητα, αφού ένα μεγάλο μέρος της διδασκαλίας του Κορανίου είναι «στολισμένο» από λέξεις όπως: «θάνατος», «φωτιά», «κόλαση», «κατάρα του Αλλάχ», «σκληρή τιμωρία», «σκότωσε», «κόψε χέρια και πόδια», «πνίξε στο αίμα» κ.ά.

Οι 150 περίπου σελίδες, από τις 450 του Κορανίου, περιέχουν εντολές εξόντωσης των απίστων και προτροπές παγκόσμιας κυριαρχίας του Ισλάμ.

Αυτές οι σελίδες, που διδάσκονται στα σχολεία της Τουρκίας, αποτελούν την θρησκευτική αγωγή και προετοιμασία του κάθε πιστού Ισλαμιστή, προκειμένου να συνειδητοποιεί από μικρός ότι έχει χρέος να δώσει, ακόμη και τη ζωή του για την πίστη του.

 Ένα ακόμη μήνυμα του Ισλάμ, που εμπνέεται από την κορανική διδασκαλία, είναι η μεγάλη τελική σύγκρουση των μουσουλμάνων με τους άπιστους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ολόκληρη η υπόλοιπη ανθρωπότητα και κυρίως ο δυτικός κόσμος των Χριστιανών.

Μάλιστα, ο Σ. Χάντιγκτον στο βιβλίο του: «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών», σημειώνει σχετικά ότι οι περισσότερες πολεμικές συγκρούσεις του 20ου αι. αφορούν ισλαμικούς πληθυσμούς.

Οι Ισλαμιστές έχουν την μεγαλύτερη – από κάθε άλλη πολιτισμική ομάδα – έφεση, να επιδιώκουν τη βίαιη σύγκρουση με τον εκάστοτε περίγυρό τους, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ανήκει σε άλλη πολιτισμική ομάδα.

Ωστόσο, όλες αυτές οι απειλές δεν φοβίζουν την Ελλάδα και τους Έλληνες, καθώς, οι εμπειρίες και τα βιώματα της Ιστορίας που έχουν ζήσει με αυτές τις σουλτανικές τακτικές, τους έχουν κάνει να «έχουσιν γνώσιν» και να λαμβάνουν τα μέτρα τους ως «φύλακες», πιστοί στην ηρωική και διαχρονική πανεθνική απάντηση του «μολών λαβέ».

 

 

τέλος σχολίων