Η απαξίωση της ελευθερίας, ως εφαρμογή της διαφωτισμικής φεουδαρχίας (3)

Η απαξίωση της ελευθερίας, ως εφαρμογή της διαφωτισμικής φεουδαρχίας (3)

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων

Σε προηγούμενα άρθρα μας, αναφερθήκαμε στις αρχές του Διαφωτισμού, ως του πλέον επιλεγμένου εμπνευστικού παράγοντα και ικανού τρόπου και μέσου, που χρησιμοποιείται, από την εποχή των διαφωτιστών έως σήμερα, προκειμένου να κυριαρχήσουν τα σχέδια καθυπόταξης των αδυνάτων από τους δυνατούς της γης.

Στο σύγχρονο σύστημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, επιδιώκεται, μέσω της υποχρεωτικότητας των εμβολίων, η επιβολή μιας σταδιακής κατάργησης των ανθρώπινων ελευθεριών.

Στο άρθρο μας, θα παρουσιαστούν οι τρόποι που εμπνεύστηκαν οι διαφωτιστές, στο χώρο της αγωγής, προκειμένου ο καταναγκασμός, η υποταγή και η υποχρεωτικότητα της επιβολής να γίνονται ανεκτά και αποδεκτά, στις ανθρώπινες συνειδήσεις, ως μια μορφή ελευθερίας, ήδη από την περίοδο της παιδικής ηλικίας.

Για τον Καντ, αυτό είναι ανάγκη να αρχίζει «πολύ νωρίς, γιατί, αν δεν συμβεί αυτό, τότε είναι δύσκολο να αλλάξει κανείς τον άνθρωπο εκ των υστέρων».

Ο Ρουσσώ, στην ίδια γραμμή πλεύσης με τον Καντ, στο έργο του, με τίτλο, «Αιμίλιος ή περί αγωγής», συμπληρώνει : «Έχουμε δοκιμάσει όλα τα μέσα εκτός από ένα, το μόνο ακριβώς που μπορεί να πετύχει: την καλά ρυθμισμένη ελευθερία... Δεν πρέπει ν’ ανακατευόμαστε στην ανατροφή ενός παιδιού, όταν δεν ξέρουμε να το οδηγήσουμε εκεί που θέλουμε, μέσα από τους νόμους και μόνο του δυνατού και του αδυνάτου».

Έτσι, όπως θα δούμε, στον Διαφωτισμό, η ελευθερία προσεγγίζεται από το παιδί μονάχα ως λέξη, αφού από πολύ νωρίς παιδαγωγείται, με μία μέθοδο παραπλάνησης και πίεσης, προκειμένου να ζήσει τη ζωή του, όχι ως ελεύθερος άνθρωπος, αλλά ως υποταγμένο αντικείμενο, ακρωτηριασμένο και παράλυτο πνευματικά, εθισμένο να επιβιώνει σε συνθήκες πλασματικής ελευθερίας και σε ένα οργανωμένο κλίμα αποδοχής της κυριαρχίας των ανίσχυρων από τους ισχυρούς.

Συνεπώς, η μορφή αυτή κοινωνικοποίησης, που επιλέγεται για τα παιδιά, μέσα από ένα τέτοιο σχήμα αγωγής, δεν στοχεύει σε μια αληθινή κοινωνία ελεύθερων προσώπων, αλλά σε μια διεστραμμένη κοινωνικότητα.

Ποιες οδηγίες αγωγής, όμως, προσφέρει η ρουσσωϊκή φιλοσοφία στους δασκάλους, ως προς τις σχέσεις τους με τα παιδιά;

Τα πάντα καθορίζονται σε μια κατεύθυνση πλήρους υποτίμησης και απαξίωσης της προσωπικότητας του παιδιού και μελλοντικού μέλους της κοινωνίας: «Χρησιμοποιείτε τη δύναμη με τα παιδιά και τη λογική με τους ανθρώπους. Αυτή είναι η φυσική τάξη. Μεταχειριστείτε τον μαθητή σας ανάλογα με την ηλικία του. Βάλτε τον πρώτα στη θέση του και κρατείστε τον εκεί καλά, που να μην επιχειρήσει πια να βγει… Μην αφήνετε μάλιστα ούτε να φανταστεί πως απαιτείτε κάποια κυριαρχία επάνω του. Να ξέρει μονάχα πως είναι αδύναμος και πως είστε δυνατοί· και πως, λόγω της θέσης του και της θέσης σας, εξαρτιέται αναγκαστικά από σας· να το μάθει, να το ξέρει, να το νιώθει· να νιώθει από νωρίς, στο επαρμένο κεφάλι του, το ζυγό που η φύση επιβάλλει στον άνθρωπο, κάτω από τον οποίο πρέπει κάθε τέλειο όν να λυγίζει … Δίνετε μ’ ευχαρίστηση, αρνηθείτε μονάχα με αποστροφή· όλες σας όμως οι αρνήσεις να είναι αμετάκλητες· καμιά ικεσία να μη σας κλονίζει· το όχι που λέτε να είναι σιδερένιος τοίχος, που το παιδί, πέντε έξι φορές να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, να μη μπορέσει και να μη θέλει πια να τον γκρεμίσει… Δεν πρέπει ν’ ανακατευόμαστε στην ανατροφή ενός παιδιού, όταν δεν ξέρουμε να το οδηγήσουμε εκεί που θέλουμε, μέσα από τους νόμους και μόνο του δυνατού και του αδυνάτου».

Είναι σαφές ότι οι οδηγίες αυτές του Ρουσσώ, ουδόλως συμβάλλουν στην ανάπτυξη της προσωπικής ελευθερίας του παιδιού, αλλά, αντίθετα, προτείνουν μεθόδους και τρόπους καθυπόταξης και εξαφάνισής της.

Ο παιδαγωγός, μάλιστα, όχι μόνο ελέγχει και κατευθύνει σε κάθε βήμα του τον μαθητή, αλλά, με δεξιοτεχνία και μαεστρία, του υποβάλλει την ιδέα και την πεποίθηση ότι οι πρωτοβουλίες αυτές είναι δικές του, έτσι ώστε να διαμορφώνει, σταδιακά, την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθερος: «Πάρτε αντίθετο δρόμο από τον μαθητή σας· να νομίζει πάντα πως είναι ο δάσκαλος και πάντα να είστε σεις. Δεν υπάρχει υποταγή τόσο τέλεια όσο από κείνην που της δίνει η φαινομενική ελευθερία· έτσι κυριεύουμε ακόμα και τη θέληση. Το φτωχό παιδί, που δεν ξέρει τίποτα, δεν μπορεί τίποτα, δεν γνωρίζει τίποτα, δεν είναι στο έλεός σας; Δεν διευθετείτε, σε σχέση μ’ αυτόν, όλα όσα τον περιβάλλουν; Δεν είστε ο κύριος που θα τον μεταχειριστείτε όπως σας αρέσει; Οι δουλειές του, τα παιχνίδια του, οι χαρές του όπως κι οι λύπες του, όλα δεν είναι στα χέρια σας, χωρίς εκείνος να το ξέρει; Χωρίς αμφιβολία, πρέπει να κάνει μονάχα ό, τι θέλει· μα δεν πρέπει να θέλει, παρά ό, τι εσείς θέλετε να κάνει. Δεν πρέπει να κάνει ούτε βήμα, που εσείς να μη το’ χετε προβλέψει· δεν πρέπει ν’ ανοίγει το στόμα του, χωρίς να ξέρετε τι πάει να πει».

Τι προτείνει, όμως, ο Ρουσσώ για τα παιδιά που αρνούνται την υποταγή και δεν συμμορφώνονται στις οδηγίες του διαφωτισμικού συστήματος;

«Το δύσκολο παιδί χαλάει ό, τι πιάνει στα χέρια του: μη θυμώνετε καθόλου· Σπάει τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί· μη βιάζεστε να του δώσετε άλλα: Αφήστε το να νιώσει το σφάλμα της στέρησης. Σπάει τα παράθυρα του δωματίου του· αφήστε τον αέρα να φυσήξει επάνω του, νύχτα και μέρα, χωρίς να σας νοιάζει το κρύωμά του… Τα ξανασπάει; Αλλάξτε μέθοδο· Πείτε του ξερά, αλλά χωρίς θυμό: Τα παράθυρα είναι δικά μου· τα θέλω γερά. Ύστερα θα το κλείσετε στο σκοτάδι, σ’ ένα μέρος χωρίς παράθυρο. Στη νέα μέθοδο αρχίζει να φωνάζει, ν’ αναστατώνεται· κανένας δεν τ΄ ακούει. Γρήγορα κουράζεται κι αλλάζει τόνο· παραπονιέται στενάζει… Τέλος, αφού το παιδί μείνει εκεί μέσα, κάμποσες ώρες, αρκετές για να πλήξει και για να το θυμάται, κάποιος του υποβάλλει την ιδέα να σας προτείνει μια συμφωνία, ώστε να του δώσετε πάλι την ελευθερία του και να μην ξανασπάσει τίποτα… Πέφτω έξω αν υπάρχει στη γη ένα και μόνο παιδί, με τη δοκιμασία αυτή, να θέλει ύστερα να σπάσει κάποιο τζάμι».

Ο Καντ, επίσης, συμφωνώντας με τον Ρουσώ, ως προς στην τιμωρία των ανυπότακτων παιδιών, συμπληρώνει στο έργο του, «Περί Παιδαγωγικής»: «Τα παιδιά θα πρέπει να υπόκεινται σε έναν ορισμένο νόμο της αναγκαιότητας. Αυτός πρέπει να είναι γενικός. Ο δάσκαλος πρέπει να μη δείχνει, ανάμεσα σε πολλά παιδιά, καμιά προτίμηση, καμιά ιδιαίτερα διακριτική αγάπη απέναντι σε ένα παιδί. Γιατί, διαφορετικά, ο νόμος παύει να είναι γενικός… Κάθε παράβαση μιας εντολής, εκ μέρους του παιδιού, είναι έλλειψη υπακοής και αυτή συνεπάγεται τιμωρία…, ακόμη και σε μια παράβαση από απροσεξία».

Ο Ρουσσώ, μάλιστα, φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει το παιδί, που εμφανίζει κάποια αντίσταση ή ιδιαιτερότητα, ως «μικρό τύραννο», που πρέπει να αντιμετωπίζεται με τιμωρία.

Δεν σκέπτεται καν τη λύση της αγαπητικής προσέγγισης, του διαλόγου και της κατανόησης, δεν παραγγέλλει καμιά υπόδειξη για να διαγνωσθεί και να θεραπευθεί η αιτία της παράβασης.

Δεν φαίνεται να υπάρχει στη σκέψη του κάποιος ενδοιασμός για τις ψυχικές παρενέργειες, που μπορεί να δημιουργηθούν στον εσωτερικό κόσμο του παιδιού από τη σκληρή, άτεγκτη, ποινική και χωρίς έλεος τιμωρία του.

Είναι χαρακτηριστικοί οι καρποί μιας τέτοιας «φωτισμικής» αγωγής, σύμφωνης με τις κυριαρχικές και ανελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο μαθητής μαθαίνει να υποτάσσεται αλλά και να υποτάσσει. Η στέρηση των ελευθεριών, που εισήγαγε στην ανθρωπότητα ο Διαφωτισμός, διαπνέεται από το πρότυπο κατεξουσιασμού του αδυνάτου από τον δυνατό και ισχυρό.

Ο ίδιος ο Ρουσσώ προβλέπει για τον μαθητή του τον Αιμίλιο: «Η αναγκαιότητα τον βαραίνει πάρα πολύ συχνά, γι’ αυτό και δεν δυσανασχετεί ποτέ. Υπομένει τον ζυγό της από τη γέννησή του, τον έχει συνηθίσει».


Μέσα από το άρθρο αυτό, κατανοούμε, γιατί υπάρχει αυτή η εγγενής συμπάθεια τόσο των Μαρξιστών όσο και των Φιλελευθέρων προς τον Διαφωτισμό, ένα κίνημα, που προσπαθεί να βεβαιώσει τους ανθρώπους ότι δήθεν προωθεί την προοδευτικότητα, ενώ, στην ουσία, δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις για επιβολή, υποχρεωτικότητα, υποταγή και στέρηση των ελευθεριών τους.

τέλος σχολίων