Η απαξίωση της ελευθερίας, ως εφαρμογή της διαφωτισμικής φεουδαρχίας (1)

Η απαξίωση της ελευθερίας, ως εφαρμογή της διαφωτισμικής φεουδαρχίας (1)

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ, Πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων

Στην εποχή μας πολλοί άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει ότι, έως τώρα, βρισκόμασταν σε ένα προστάδιο εφαρμογής ενός συστήματος διακυβερνήσεως, με ηγεμονική αρχή μια παγκόσμια φεουδαρχία, ενώ, όπως φαίνεται, από αυτά που βιώνουμε σήμερα με πρόσχημα τη διατήρηση της σωματικής μας υγείας, εισήλθαμε, πλέον, στην πλήρη εφαρμογή της.

Η ευρωπαϊκή φεουδαρχία, από την εποχή του 18ου αι., που οι φεουδάρχες πλήρωναν τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού να διαφωτίζουν ή μάλλον να παραπλανούν τους ανθρώπους ότι η υποταγή τους στη Φεουδαρχία και τους ηγεμόνες της αποτελεί την πλέον ικανοποιητική μορφή ελευθερίας, έθετε τα θεμέλια ενός συστήματος, κατά το οποίο μια ολιγαρχία ηγεμόνων όχι μόνο θα κατεξουσίαζαν τους λαούς, αλλά και ότι οι λαοί θα διαπαιδαγωγούνταν και θα διαφωτίζονταν κατάλληλα, έτσι ώστε να αποδέχονται αυτόν τον κατεξουσιασμό ως ένα ίνδαλμα ελευθερίας.

Δυστυχώς, φαίνεται ότι στις μέρες μας ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ώστε κάποιες οικονομικοπολιτικές δυνάμεις, παγκόσμιου βεληνεκούς, να επαναλάβουν και να εφαρμόσουν όσα είχαν διδάξει οι φιλόσοφοι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Ο Διαφωτισμός, τότε, υπηρέτησε, με τα κηρύγματα των διαφωτιστών την επιβολή της φεουδαρχίας, όπως κάνουν σήμερα όσοι υπηρετούν τα θελήματα των σύγχρονων οικονομικών φεουδαρχών του κόσμου, είτε μέσω του πολιτικού, είτε μέσω του πληροφοριακού και ενημερωτικού συστήματος.

Οι αναγνώστες αυτού του άρθρου, ίσως, να θυμηθούν ότι δεν αμφισβητούμε πως ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός συνέβαλε στη ύπαρξη και εξέλιξη της βιομηχανικής επανάστασης, στην εξέλιξη της γνώσης και της λογικής, στην ανάπτυξη του ερευνητικού πνεύματος, των επιστημών, της οικονομίας και, από μια πλευρά, στην ανάδειξη και προβολή πολλών διαχρονικών αιτημάτων και δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Ωστόσο, η υπερβολική προτεραιότητα που έδωσε στον ορθό λόγο, δηλαδή, μονομερώς, σε ένα μόνο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης καθώς και η ταυτόχρονη υποτίμηση και πολεμική εναντίον όλων των άλλων στοιχείων και χαρισμάτων της και ιδίως του ιερού, ακρωτηρίασε την αντίληψη για τον άνθρωπο και τη ζωή και οδήγησε την ανθρωπότητα σε μία λαθεμένη κατεύθυνση ως προς τη συνειδητοποίηση των οντολογικών και πνευματικών χαρακτηριστικών της ανθρώπινης φύσεως.

Αρετές, αρχές και πρότυπα, που προσδίδουν νόημα ζωής στην ανθρώπινη ύπαρξη αλλοιώθηκαν, τροποποιήθηκαν, υποτιμήθηκαν και παραμερίστηκαν, χάριν της αντιλήψεως ότι ο άνθρωπος αποτελεί, απλώς και μόνο, μία ορθολογική ύπαρξη.

Όμως, η αντίληψη αυτή κατέληξε, τελικά, σε κοινωνικές αποκλίσεις, διότι, αφενός εγκλώβισε τον άνθρωπο σε έναν ακραίο ατομικισμό και, αφετέρου, οδήγησε στον μηδενισμό του «άλλου», ως συνανθρώπου και ταυτόχρονα στον αφανισμό του «εμείς».

Από τις βασικές αρχές του Διαφωτισμού, που συνεχίζονται και στη σύγχρονη συγκυρία, από όσους σχεδιάζουν και επιθυμούν να κυριαρχήσουν στον κόσμο, ως οι παλαιοί φεουδάρχες, είναι ότι ο άνθρωπος καλείται να ανταποκριθεί μόνον στην υλιστική πλευρά της δημιουργικότητάς του και ιδιαίτερα στο κέρδος, σε συνδυασμό με τον αυταρχικό και αντιδημοκρατικό τρόπο άσκησης της εξουσίας και της υποτίμησης των διαπροσωπικών και διανθρώπινων σχέσεων.

Ως συνέπεια αυτής της πνευματικής οπισθοδρόμησης των ανθρώπων και των λαών, υπήρξε τότε και υπάρχει και σήμερα η υποτίμηση και παραμόρφωση των πνευματικών αρετών και αξιών, η καταπάτηση των ελευθεριών, η αλλοίωση της κατανόησης της δημοκρατίας, της αξιοπρέπειας, της ίδιας της αλήθειας για τον άνθρωπο, η διαστροφή της αποδοχής και του σεβασμού του συνανθρώπου.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Διαφωτισμού είναι η ιδιαίτερη σχέση που διαμορφώνει, ως κοινωνικοπολιτικό και πολιτισμικό κίνημα, ανάμεσα στον εαυτό και τον «άλλο».

Ωστόσο, εάν, από πνευματικής πλευράς, δεν υπάρχει ανάμεσα στον εαυτό και στον «άλλο», κάποιο συγκολλητικό πνευματικό στοιχείο, όπως, για παράδειγμα, η αρετή της αγάπης, της αλήθειας και της ελευθερίας και υπάρχει μόνον η ορθή και καθαρή λογική, τότε, είναι πολύ πιθανό ο εαυτός να σκέπτεται και να ενεργεί αρνητικά έναντι του «άλλου».

Πρόκειται, δηλαδή, για τις αυταρχικές προθέσεις και διαθέσεις του εαυτού, ως ισχυρού, προς τον εκάστοτε συνάνθρωπο, ως αδυνάτου, με στόχο να ευθυγραμμισθεί και να ταυτιστεί ο συνάνθρωπος με τα σχέδια, τους σκοπούς και τα συμφέροντα του πρώτου.

Ο εαυτός μπορεί να είναι ένας απλός άνθρωπος, ένας ηγεμόνας, μία πολιτεία, ένας παιδαγωγός, μία οργανωμένη ομάδα, που έχει ή πιστεύει ότι έχει τη δύναμη -με βάση τις ατομικές του αντιλήψεις- να υποτάξει, με επιβολή, βία και απειλή, τη θέληση, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του «άλλου», εξαιτίας κάποιων αφανών ή εμφανών σκοπών.

Στην ουσία, πρόκειται για μια ακραία μορφή πτώσεως, ανελευθερίας και εγκλωβισμού του ίδιου του ισχυρού ή του εξουσιαστή στα δεσμά των παθών του, κατά την οποία η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και η διαφορά του συνανθρώπου δεν λαμβάνεται καν υπόψη, επειδή θεωρείται αδύναμος και κατώτερος, σε σχέση με τον εαυτό.

Στην περίπτωση αυτή, επιτρέπεται στον αδύναμο να διαφύγει από την εκμηδένιση, μόνον εάν και όταν δεχθεί, αδιαμαρτύρητα, να χάσει την ελευθερία του, να υποδουλωθεί, ώστε να εξυπηρετεί, πλέον, τα θελήματα και τα συμφέροντα του δυνατού. Αυτό σημαίνει ότι ο αδύναμος έχει δύο πιθανές επιλογές.

Η μία είναι ότι θα αποδεχθεί τον ρόλο του υποτακτικού και θα εκχωρήσει την ελευθερία του στον εκάστοτε εξουσιαστή του, που είναι αυτός που αποφασίζει γι’ αυτόν και η άλλη είναι ότι θα αντισταθεί και τότε θα εξαφανιστεί και θα συντριβεί από αυτόν, αφού, στο υλιστικό σύστημα του Διαφωτισμού επικρατεί και κυριαρχεί η δύναμη του ισχυροτέρου.

Με βάση τις αρχές του Διαφωτισμού, οι κοινωνικές και οι διαπροσωπικές σχέσεις διαμορφώνονται με τα υλικά κριτήρια των ατομικών δικαιωμάτων και διεκδικήσεων, γεγονός που σημαίνει ότι πολύ εύκολα χάνουν την πνευματική και ιερή τους διάσταση και δεν συνιστούν, πλέον, ούτε προσωπικό ούτε κοινωνικό γεγονός.

Ο Διαφωτισμός αφόρισε και αφανίζει κάθε πνευματική ή ιερή προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, που θα μπορούσε να επηρεάζει θετικά τον άνθρωπο και να διευκολύνει την ανάπτυξη αληθινών κοινωνικών σχέσεων.

Πνευματικές αρετές, αρχές και πρότυπα, που, ως γνωστό, είναι απαραίτητα στοιχεία για να συσταθεί μία αληθινή σχέση, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν «συντηρητικά εργαλεία» μιας ξεπερασμένης πρότασης ζωής, στο πλαίσιο της απολυταρχικής επικράτησης των απατηλών «προοδευτικών» αρχών του Διαφωτισμού.

Το κίνημα του Διαφωτισμού αποπνευμάτωσε και απαξίωσε το ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο, στη συνέχεια, αντί να πραγματώνει τον φυσικό του, προς μία αναμόρφωση και ανακαίνιση της κοινωνίας του με τον συνάνθρωπο, αναπτύσσει μια αντι- κοινωνική δράση αφανισμού του εκάστοτε πλησίον.

Έτσι, κυριαρχεί, πλέον, ως μοντέρνα φιλοσοφία ζωής και ως νεοφιλελεύθερο ή νεομαρξιστικό μοτίβο αγωγής, όχι η καλλιέργεια της αληθινής κοινωνικότητας, αλλά η επέκταση ενός αντι- κοινωνικού εγωκεντρισμού και ατομικισμού, σε βάρος των σχέσεων με τον «άλλο».

Μέσα από ένα πλήθος κειμένων των ίδιων των διαφωτιστών, θα αποδείξουμε, στα επόμενα άρθρα μας, την απόσταση που έχουν οι διαφωτιστές και οι πνευματικοί τους ακόλουθοι ή απόγονοι από την ουσία αρετών, που συστήνουν ή διατηρούν το ανθρώπινο πρόσωπο, όπως είναι η ελευθερία, η αλήθεια και η αγάπη.

Ο Διαφωτισμός, τελικά, υπήρξε ένα ανατρεπτικό κίνημα, που άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει το γενικότερο πολιτισμικό πρότυπο του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Εγκλωβισμένος στις παιδαγωγικές αρχές του ορθού λόγου, που αρνούνται το χριστιανικό πνεύμα, αλλάζει τις αρχές της κοινωνικότητας και, γενικά, του τρόπου θέασης του συνανθρώπου.

Έτσι, οδηγείται η ανθρωπότητα σε μία νέα φιλοσοφία ζωής, με νέα πρότυπα (αντιπρότυπα), όπως είδαμε, η βίωση των οποίων αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες των κοινωνικών και ανθρωπιστικών αδιεξόδων του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού.

Αυτή η φιλοσοφία συνεχίζεται και διαιωνίζεται έως τις μέρες μας, αφού οι σύγχρονοι διαφωτιστές εθίζουν τον άνθρωπο, ήδη από την παιδική του ηλικία, μέσω της σχολικής αγωγής και της κοινωνικής πληροφόρησης, να πιστεύει ότι είναι αδύνατος και πως πρέπει να υποτάσσεται στους δυνατούς, δεχόμενος να τους παραχωρεί εκουσίως το αυτεξούσιο (την ελευθερία) που του χάρισε ο ίδιος ο Θεός.

τέλος σχολίων