«Η Ορθόδοξη Εκκλησία ενώνει και ελευθερώνει. Δεν διχάζει ούτε εκβιάζει»

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία ενώνει και ελευθερώνει. Δεν διχάζει ούτε εκβιάζει»


Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων

Δυστυχώς, τις τελευταίες ημέρες, ο ελληνικός λαός ακούει παράδοξες δηλώσεις διχασμού, διακρίσεων και επιβολής από χείλη εκκλησιαστικών ηγετών, που πληγώνουν τις ψυχές των πιστών.

Ειλικρινά, σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που περνούν οι Έλληνες πολίτες και πιστοί, μαζί με όλο τον κόσμο, αναμένουν να ακούν παρηγορητικούς και ενισχυτικούς λόγους από την Εκκλησία τους και όχι λόγους σκληρούς και αυταρχικούς, που διογκώνουν τα ψυχικά τους προβλήματα.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που κάνει η Πολιτεία, να αυξήσει τον αριθμό των εμβολιασμένων, εκπονεί εκφοβιστικά και διασπαστικά σχέδια, που θέτουν σε δοκιμασία την ενότητα και τη συνοχή του λαού.

Ο τρόπος αυτός είναι απαράδεκτος και απάνθρωπος, διότι επιχειρείται η επιβολή των θέσεων και των στόχων της, όχι μέσω της πειθούς, αλλά μέσω της επιβολής, των διαχωρισμών και των διακρίσεων.

Ωστόσο, η Πολιτεία δεν επιχείρησε, έως τώρα, να επιβάλλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Και αυτό, όχι μόνο λόγω της κατοχυρωμένης συνταγματικά ελευθερίας των Ελλήνων αλλά και διότι το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφάσισε για την πανδημία ότι ο εμβολιασμός κατά του Covid-19 δεν θα είναι υποχρεωτικός για όλους τους πολίτες και ότι όσοι δεν θα εμβολιάζονται, κατόπιν δικής τους προσωπικής απόφασης και αφού έχουν πλήρως ενημερωθεί, δεν θα υφίστανται καμία διάκριση.

Πώς μπορούν, επομένως, να έρχονται άνθρωποι της Εκκλησίας, να γίνονται βασιλικότεροι του Βασιλέως, να προηγούνται σε σκληρότητα και αυταρχισμό, ακόμη και των πολιτικών αρχών, να δείχνουν ότι δεν σέβονται το θείο χάρισμα του αυτεξουσίου που μας χάρισε ο Θεός και να εκστομίζουν θέσεις, που φανερώνουν ότι με όσα λένε, προλειαίνουν μια μορφή ψυχικού εξαναγκασμού των πιστών, με στόχο τον υποχρεωτικό εμβολιασμό;

Διότι είναι βέβαιο ότι γνωρίζουν καλώς πως η χριστιανική διακονία του θείου Λόγου δεν επιτρέπει σε κανένα Χριστιανό, κληρικό ή λαϊκό, ούτε να ασπάζεται ούτε να διακηρύττει και να ακολουθεί τέτοιες τακτικές, που υπονομεύουν την ενότητα, την ειρήνη, την αγάπη και την ελευθερία, αρετές για τις οποίες η Εκκλησία αγωνίζεται και εύχεται να είναι εφοδιασμένες, εν Πνεύματι Αγίω, οι ψυχές των πιστών.

Αποτελεί, επομένως, πνευματικό ολίσθημα, όταν βλέπουμε και ακούμε κάποιους εκκλησιαστικούς ηγέτες να γίνονται εμπνευστές ή υποστηρικτές ενεργειών και αποφάσεων, που στερούν τις ανθρώπινες ελευθερίες, αναμειγνύουν την πίστη και τη θεολογία με θέματα ιατρικής παρακινούν τις αρχές να υποχρεώσουν τους πιστούς, ενδεχομένως σε βάρος της σωματικής τους ακεραιότητας να δεχθούν, παρά τη θέλησή τους, φαρμακευτικές ουσίες, επικαλούμενοι, μάλιστα, λόγους πίστεως και αγάπης!

Ταυτόχρονα, όμως, προβαίνουν σε διάσπαση της ενότητάς τους, όταν διαχωρίζουν το πλήρωμα της Εκκλησίας, κάνοντας ολοκάθαρες διακρίσεις σε εμβολισμένους και ανεμβολίαστους ή με άλλα λόγια, σε αμαρτωλούς και δίκαιους.

Στην ουσία, η Εκκλησία μας μπορεί και πρέπει να βοηθά και να συμπαραστέκεται στους ανθρωπιστικούς και κοινωνικούς στόχους της Πολιτείας, έχοντας πάντοτε, όμως, ως μέτρο αυτής της συνδρομής, την αρετή της πνευματικής διάκρισης, του συμφέροντος των ψυχών και των σωμάτων των πιστών, προκειμένου να μην αλλοιώνεται ο σωτήριος Λόγος του Χριστού, που είναι λόγος ενωτικός, ειρηνικός, φιλάνθρωπος και όχι διασπαστικός και πιεστικός.

Γι αυτό προξενούν θλίψη όσα ακούστηκαν και ακούονται από κάποια εκκλησιαστικά στόματα τις τελευταίες ημέρες και τα οποία δεν συσχετίζονται με τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά με κάποια ηθική έννοια ή διάσταση, όπως μάλιστα ομολογούν οι ίδιοι οι υποστηρικτές αυτών των ξένων προς την εκκλησιαστική διδασκαλία θέσεων.

Οι υπηρετούντες την Εκκλησία, όταν σπεύδουν να πρωτοτυπήσουν σε υποτακτικότητα και να δείξουν τη όποια συμφωνία ή βοήθειά τους προς κάποιο υγειονομικό ή ανθρωπιστικό έργο ή πρόγραμμα της Πολιτείας, οφείλουν να είναι απόλυτα βέβαιοι ότι αυτό υπηρετεί, πρωτίστως, το θέλημα του Θεού προς δόξαν Εκείνου που σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας και προς το καλό και αγαθό του λαού και ότι αυτό δεν παραβιάζει στο ελάχιστο την ελευθερία του προσώπου.

Συνεπώς, δεν είναι εκκλησιολογικά επιτρεπτό, να βγαίνουν πνευματικοί ηγέτες της Εκκλησίας να εκφοβίζουν, να διαχωρίζουν και να απειλούν με αποκλεισμούς από τους ναούς και τη Θεία Κοινωνία, τόσο τους ανεμβολίαστους όσο και τους εμβολιασμένους.

Αυτές οι τακτικές αποτελούν ακρότητες και ασυνέπειες έναντι της εκκλησιαστικής αλήθειας, την οποία εννοείται ότι ορθοτομούν, με το ιερό μυστήριο της Ιεροσύνης, προς σωτηρία των πιστών.

Κατά συνέπεια, φράσεις που ακούστηκαν ή γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες δεν παιδαγωγούν εν Χριστώ, αλλά πιέζουν και στεναχωρούν, τις ήδη στενάχωρες, καταπιεσμένες και κακοποιημένες συνειδήσεις του ορθόδοξου ελληνικού λαού, ο οποίος, σε αυτή την εμπερίστατη κατάσταση που βρίσκεται, περιμένει να ακούσει, από όσους είναι ορισμένοι να διακονούν και να ορθοτομούν τον Λόγο του Ιησού Χριστού, λόγους παρηγορητικούς, ανάπαυσης και αγάπης, όχι λόγους διακρίσεων, διαχωρισμών και επιβολών.

Διότι, δεν μπορεί να κατανοηθεί, θεολογικά, πού μπορεί να στηριχθεί εκκλησιαστικά η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, την οποία, άτοπα, παράλογα, αντορθόδοξα και αντισυνταγματικά, πρότειναν κάποιοι εκκλησιαστικοί ηγέτες, ως λύση για το πρόγραμμα εμβολιασμού της Πολιτείας.

Οι άνθρωποι της Εκκλησίας, αυτό που μπορούσαν και μπορούν να κάνουν είναι να μεταφέρουν, συμβουλευτικά, την παράκληση της Πολιτείας για ένα καθαρά ιατρικό θέμα και όχι να μπαίνουν μπροστάρηδες, προτείνοντας εξαναγκασμό, υποχρεωτικότητες και επιβολές, για την εφαρμογή των οποίων προβληματίζεται ακόμη και η ίδια η Πολιτεία.

Είναι σημαντικό να θυμηθεί κανείς ότι ο Χριστός για το υψηλότερο πνευματικό δίλημμα του ανθρώπου, που είναι η εν Χριστώ σωτηρία και λύτρωση της ψυχής του, ούτε εκβιάζει, ούτε επιβάλλει, ούτε υποχρεώνει κανένα, αλλά αφήνει τον κάθε άνθρωπο να επιλέξει υπεύθυνα και ελεύθερα τον δρόμο της σωτηρίας του: ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν...» (Ματθ. 16, 24).

Αυτά, συνεπώς, που εκφράζονται από εκκλησιαστικούς ηγέτες τις τελευταίες ημέρες περί διαχωρισμών των πιστών υποχρεωτικών εμβολιασμών κληρικών και λαϊκών, δεν έχουν καμιά θεολογική τεκμηρίωση, όσο και αν προσπαθούν κάποιοι να τα επενδύσουν με αγαπολογίες και άλλα περίεργα.

Ακούσαμε, για παράδειγμα, εκκλησιαστικό ηγέτη να λέει: ««Η υποχρεωτικότητα πρέπει να έχει μια γενική εφαρμογή σε όλη την κοινωνία. Κανένας δεν μπορεί να εξαιρεθεί, ούτε οι ιερείς, καθώς είμαστε όλοι ευάλωτοι απέναντι στον κίνδυνο της Covid 19»… Θα πρέπει να ισχύει σε όλο τον πληθυσμό. Κάθε μέλος της κοινωνίας, εάν θέλει να μην διασπείρει τον θάνατο και την καταστροφή, πρέπει να εμβολιαστεί… Μπροστά στο δίλημμα ζωή ή θάνατος, δεν υπάρχει, εάν το Σύνταγμα ή δεν το εφαρμόζουμε… Οι αρνητές είναι αμαρτωλοί κατά την ηθική έννοια… Υποχρεωτικό να γίνει το εμβόλιο για όλους. Η υποχρεωτικότητα έχει ηθική διάσταση απέναντι στο ερώτημα ζωή ή θάνατος».

Βλέπουμε, συνεπώς, ότι στις προτροπές αυτές υποστηρίζεται ολοφάνερα, η περιφρόνηση και καταπάτηση του Συντάγματος και της Δημοκρατίας. Από τη μια ομολογείται ότι δεν μπορεί να δοθεί θεολογική διάσταση στον εμβολιασμό και γίνεται λόγος για ηθική έννοια και διάστασή του ενώ, από την άλλη, υπάρχει αντίφαση, διότι το θέμα του εμβολιασμού το αναγάγει σε θεολογικό θέμα, ισχυριζόμενος ότι οι αρνητές είναι αμαρτωλοί! Στη συνάφεια των λεχθέντων του, μάλιστα, είναι σαφές ότι ο ίδιος, τελικά, δέχεται πως η υποχρεωτικότητα δεν μπορεί να στηριχθεί θεολογικά. Γι αυτό, πολύ ορθά, αναφέρει: «Η Εκκλησία το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να πείσει τους αρνητές των εμβολίων μέσα από τη διδασκαλία της και την προσωπική επαφή των κληρικών με τους πιστούς».

Πολύ ορθά, επίσης, ο εν λόγω εκκλησιαστικός ποιμένας σχολίασε και την ακραία δήλωση που εκστόμισε κάποιος κληρικός στην Κρήτη, ότι δεν θα κοινωνήσει εμβολισμένους: «Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αποκλείσει κάποιον πιστό από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, επειδή έχει εμβολιαστεί ή επειδή δεν έχει εμβολιαστεί. Το Μυστήριο, η συμμετοχή και η προσέλευση δεν έχει να κάνει με αυτή τη διάσταση της ζωής. Όποιοι το κάνουν είναι υπόλογοι απέναντι στον Θεό, την Εκκλησία και στον Επίσκοπό τους».

Με όλο τον σεβασμό μας και, φυσικά, όχι με πρόθεση κατάκρισης, σχολιάσαμε κάποιες θέσεις που ακούστηκαν τον τελευταίο καιρό, για να δείξουμε ότι και μπορούν και γνωρίζουν οι εκκλησιαστικοί μας ηγέτες να ορθοτομούν τον Λόγο της Αληθείας της Εκκλησίας μας, δείχνοντας ότι είναι ταγμένοι και αφοσιωμένοι στον Χριστό και δεν δουλεύουν «δυσί κυρίοις» (Ματθ. 6, 24).

Οι διακονούντες τον Λόγο της Εκκλησίας μας δεν είναι σωστό να εκφράζονται με αυταρχικό και διασπαστικό τρόπο. Μπορούν, με αγάπη, να μεταφέρουν συμβουλές και οδηγίες, αλλά, όχι να εκτελούν ρόλους κριτών και εκφοβιστών, εκφράζοντας πνευματικές απειλές. Γι αυτό η δική μας πρόταση είναι να βρεθεί τρόπος να ανακληθούν, με ταπείνωση, όλα όσα παρόμοια, γράφτηκαν ή δηλώθηκαν ή ειπώθηκαν από κάποιους και δεν βασίζονται στο φιλάνθρωπο πνεύμα της Εκκλησίας.

τέλος σχολίων