«Ο μετά την άλωση εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας»

«Ο μετά την άλωση εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας»

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος της πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων


Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, το 1453, διατηρήθηκε ο θεσμός του Πατριαρχείου και δόθηκαν προνόμια κάποιας δικαιοδοσίας, από τον Σουλτάνο Μεχμέτ Β΄, στον πολυμαθή Μοναχό Γεννάδιο Σχολάριο, που ορίστηκε ως Πατριάρχης.

Η απόφαση του Μεχμέτ εξυπηρετούσε, πρωτίστως, τα συμφέροντα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς κρίθηκε ότι οι Χριστιανοί, με τις γνώσεις τους, μπορούν να συμβάλουν στην άνθιση της βιοτεχνίας και του εμπορίου.

Μεγάλη βαρύτητα στην απόφασή αυτή, όμως, είχε η χρησιμοποίηση του κύρους του Πατριάρχη, από τους Τούρκους, για την ανταπόκριση των υπόδουλων στη βαριά φορολογία που τους επέβαλαν, καθώς σε αυτήν, κυρίως, στηριζόταν η οικονομία της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο Σουλτάνος γνώριζε ότι η εκκλησιαστική διοίκηση ήταν πολύ καλά οργανωμένη και ότι οι Χριστιανοί επηρεάζονταν από την Εκκλησία τους, τόσο στην προσωπική τους ζωή, όσο και στις σχέσεις τους με τις δημόσιες υπηρεσίες.

Δίνοντας αυτά τα προνόμια ο Σουλτάνος, πίστευε ότι, έτσι, θα μπορεί να ελέγξει ευκολότερα τη ζωή των ρωμιών για να εκτελούνται, μέσω του Πατριάρχη, τα θελήματα και οι διαταγές του.

Ωστόσο, ένας άλλος λόγος, που τον οδήγησε στην απόφασή του να επιλέξει τον Γεννάδιο ως Πατριάρχη, ήταν ότι ήθελε να υπάρχουν δυσμενείς σχέσεις μεταξύ των Δυτικών και Ανατολικών.

Οι σχέσεις αυτές, ως γνωστό, είχαν επιδεινωθεί, μετά τη Σύνοδο της Φεράρας - Φλορεντίας (1439), στην οποία είχε αποφασιστεί, υπό την πίεση των Παπικών, η ψευδοένωση των Εκκλησιών.

Την ψευδοένωση αυτή, ως γνωστό, δεν την υπέγραψε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ενώ αρνιόταν να την εφαρμόσει η ομάδα των ανθενωτικών, στην οποία ανήκε και ο Γεννάδιος.

Με την επιλογή του Γενναδίου, συνεπώς, ο Σουλτάνος κρατούσε σε απόσταση τους χριστιανούς της Ανατολής από εκείνους της Δύσεως.

Με τα προνόμια που δόθηκαν στον Γεννάδιο, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επιλεγόταν ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης του ελληνορθόδοξου κόσμου, όπως αναφέρεται στον Γενικό κανονισμό λειτουργίας της Ιεράς Συνόδου:

«Η Ιερά Σύνοδος…, η πνευματική Αρχή πάντων των υπό τον Οικουμενικόν Πατριάρχην διατελούντων χριστιανικών λαών…, θέλει καταβάλλει πάσαν σπουδήν και προσπάθειαν εις όλας τας πνευματικάς υποθέσεις του Έθνους».

Υπήρχε συνεπώς η αίσθηση, από την πλευρά των Ρωμιών, ότι ο Πατριάρχης τους ήταν όχι μόνον Χριστιανός, αλλά και Ρωμιός, καθώς ο όρος «έθνος», στα πατριαρχικά κείμενα σήμαινε τη φυλετική καταγωγή.

Έτσι, ο Ρωμαίϊκος λαός, με επίκεντρο τον Πατριάρχη του, άρχισε να ξαναβρίσκει τη χάρη, τη δύναμη, την υπομονή και τη θέληση για να ελπίζει την ελευθερία του και, μαζί με αυτήν, την ανοικοδόμηση και αλλαγή της ζωής του.

Εντός των υποχρεώσεων του Πατριάρχη συμπεριλαμβανόταν ο έλεγχος των δράσεων των Μητροπολιτών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων, ο διορισμός τους αλλά και η διακοπή της συνέχισης του λειτουργήματός τους.

Ήταν υπεύθυνος, ακόμη, να επιτηρεί τους Ναούς, τις Ιερές Μονές, ενώ λειτουργούσε και ο ως δικαστής του κλήρου, με τη συνδρομή της Συνόδου.

Τα προνόμια αυτά καθιστούσαν τον Πατριάρχη θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη των Ρωμιών, γεγονός που ενδυνάμωνε την ψυχή τους και διατηρούσε άσβηστη την ελπίδα τους για την εθνική τους απελευθέρωση, την αφοσίωση στην πίστη τους, αλλά και τη συνέχιση διαμόρφωσης ανθρώπων με πρότυπα αρετές και αξίες.

Οι εξουσίες των προνομίων του Πατριάρχη, επομένως, προσέδιδαν μια μορφή αισιοδοξίας στους Ρωμιούς.

Ωστόσο, είναι ανάγκη να ληφθεί υπόψη ότι ο ρόλος του ήταν εξαιρετικά δύσκολος, καθώς, για να επιβιώσει, ως Πατριάρχης, είχε χρέος να εκτελεί άμεσα τις διαταγές του Σουλτάνου, να λειτουργεί ως εγγυητής της διαρκούς υποταγής των ραγιάδων στον κατακτητή και να λογοδοτεί στον Σουλτάνο για καθετί που αφορούσε το ρωμαίϊκο Μιλλέτ.

Σημειώνεται, βέβαια, ότι, στην πράξη, τα προνόμια που δίνονταν στους Πατριάρχες ήταν προσωπικά βεράτια, είχαν ισχύ για ορισμένο μόνον χρόνο και δεν έδιναν περιθώριο ευμενέστερων όρων διαβίωσης προς την υπόδουλη ρωμιοσύνη.

Πολύ συχνά, μάλιστα, με αυθαίρετες αποφάσεις τους, οι Σουλτάνοι καταργούσαν και ακύρωναν όλες τις υποσχέσεις και τα προνόμια έναντι των κατακτημένων.

Έτσι, βεβαίωναν ότι αποτελούσαν μονομερείς και προσωρινές αποφάσεις της Υψηλής Πύλης, διαταγές, δηλαδή, που αποσκοπούσαν στον έλεγχο των κατακτημένων χριστιανικών πληθυσμών και την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων.

Ως προς την Παιδεία, δεν υπήρχε κάποιο ειδικό προνόμιο για την εκπαίδευση των Ορθοδόξων, αλλά μια γενική οδηγία προς τον Πατριάρχη, βάσει της οποίας είχε τη δυνατότητα ο τελευταίος να ελέγχει την εκπαίδευση τους.

Άλλωστε, είναι φανερό, ότι στην τουρκοκρατία, γενικά, ό, τι δεν είχε οριστεί και παραχωρηθεί, ως ειδικό προνόμιο, απαγορευόταν, καθώς αυτό που δεν ήταν ρητά επιτρεπτό, ήταν μη νόμιμο και, συνεπώς, μη αποδεκτό και τιμωρητέο.

Δεν ήταν λίγες οι φορές, μάλιστα, που, ενώ οι τουρκικές αρχές υπόσχονταν θρησκευτική ελευθερία και ακώλυτη εκπαίδευση στους υπόδουλους Έλληνες, αθετούσαν την υπόσχεσή τους, με βιαιοπραγίες και άλλες παράνομες πράξεις.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τα σχολεία, συνήθως, λειτουργούσαν κρυφά, στους Ναούς και στα Μοναστήρια, με δασκάλους κυρίως κληρικούς, έχοντας εμφανή μεν στόχο τη χριστιανική κατήχηση, αφανή δε τη διατήρηση της γλώσσας και της πίστης και, μέσω αυτών, τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας και συνείδησης και την ψυχική προετοιμασία των Ρωμιών για την Επανάσταση.

Πρέπει να σημειωθεί, ακόμη ότι, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, η πλειοψηφία των μορφωμένων- λογίων κατέφυγε σε χώρες του εξωτερικού και κυρίως στην Ιταλία, που άκμαζε πνευματικά αλλά και σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, που τελούσαν, υπό βενετική κατοχή, προκειμένου να αποφύγουν το παιδομάζωμα και τη δυσβάσταχτη φορολογία.

Οι κληρικοί φαίνεται ότι δεν ήθελαν αλλά και δεν ήταν εύκολο να εγκαταλείψουν τη διακονία τους στην Εκκλησία και στον λαό, κάτω από τέτοιες εμπερίστατες συνθήκες που ζούσε και να αναζητήσουν, για τον εαυτό τους καλύτερες συνθήκες ζωής, είτε στη Δύση είτε σε περιοχές της χώρας, που κατείχαν οι Ρωμαιοκαθολικοί Ενετοί.

Η Εκκλησία, συνεπώς, με τους ναούς, τις ενορίες, τα Μοναστήρια και με κάποιες, συνεργαζόμενες πάντοτε με την Εκκλησία, οργανωμένες Ρωμαίϊκες Κοινότητες υπήρξαν τα στηρίγματα, που θωράκιζαν πνευματικά τους υπόδουλους Ορθόδοξους Έλληνες με την παιδεία που, εντός πολλών δυσχερειών κατάφερναν να τους παρέχουν, ενδυναμώνοντας, σταδιακά, τα θεμέλια για την επανάσταση του Γένους, με σταθερό στόχο την ελευθερία του από τη σκλαβιά.

Με βάση τα παραπάνω, κατανοεί κανείς ότι ήταν πολύ σημαντικός και παρηγορητικός για τον λαό ο εθναρχικός ρόλος που είχε αναλάβει ο Πατριάρχης και η Εκκλησία, καθώς η επιβίωση του γένους, εντός μιας τέτοιας σκληρής δουλείας και σκλαβιάς, ήταν ένα δύσκολο και έμπονο εγχείρημα.

Όπως σημειώνει ο Απ. Βακαλόπουλος, οι υπόδουλοι, γενικά, αντιμετώπιζαν πολλές απαγορεύσεις και υποχρεώσεις. Δεν είχαν δικαίωμα να ανεβαίνουν στο άλογο, να χτίζουν ναούς και να χρησιμοποιούν καμπάνες. Η μαρτυρία τους στα δικαστήρια δεν είχε καμία ισχύ, ενώ έπρεπε να κυκλοφορούν με ειδικά ρούχα κ.ά.

Οι κατακτητές, μέσω των πιέσεων και των απαγορεύσεων είχαν καταφέρει να καλλιεργούν ένα ρατσιστικό καθεστώς, με μια συγκεκριμένη στόχευση, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να καθιερωθεί ο ταπεινωτικός τύπος του «ραγιά», με την ειδική σημασία, που ο όρος πήρε στην κοινωνία των υποδούλων.

Ραγιάς, δηλαδή, σήμαινε ευτελής, χαμερπής, σκλάβος, που είτε τρέμει μπροστά στον κατακτητή είτε προσπαθεί να τον κολακεύσει, είτε να του δείχνει ότι είναι πρόθυμος να του φανεί χρήσιμος, με κάθε τρόπο, για να αποσπάσει την εύνοιά του.

Χωρίς καμιά αντίρρηση, η άλωση της Ρωμιοσύνης από τους Οθωμανούς κατακτητές, όπως αναφέρει και ο Ράνσιμαν, έγινε η αφετηρία «της θηριωδίας της αμάθειας, της μεγαλόπρεπης ακαλαισθησίας».

Όμως, στο πλαίσιο της δεινής πραγματικότητας που είχε διαμορφωθεί για τους Ρωμιούς μετά την Άλωση, η διατήρηση του εθναρχικού θεσμού του Πατριάρχη, αποτέλεσε μια ελπίδα, καθώς, κατά τον Ράνσιμαν, ο Γεώργιος Σχολάριος «είχε το ελεύθερο να κυβερνάει τον υπόδουλο χριστιανικό κόσμο και να του χαρίζει μία κάποια σιγουριά».

Η ορθόδοξη πίστη των υπόδουλων Ρωμιών, σε συνδυασμό με τη λαμπρή αίσθηση που τους ενέπνεε η χιλιόχρονη μνήμη και εμπειρία του ένδοξου παρελθόντος τους γένους τους και το πνευματικό επίπεδό του, που δέσποζε σε όλους τους γειτονικούς λαούς, αποτέλεσαν την αφετηρία της έναρξης της νέας αναγεννητικής τους προσπάθειας.

τέλος σχολίων