Η Περιπέτεια του Σεβασμού του «Διαφορετικού»

Η Περιπέτεια του Σεβασμού του «Διαφορετικού»

 

Σε αντίθεση προς την παιδαγωγική δεοντολογία, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να εφαρμόζεται στην ελληνική παιδεία μια περίεργη πολιτική, ως προς τον σεβασμό του διαφορετικού, που έχει ως ιδεολογική της αφετηρία την επιβολή του διεθνισμού στην παιδεία, μέσω της ομογενοποίησης των μαθητών σε όλα τα σχετικά γνωστικά τους αντικείμενα.

Η πολιτική αυτή είναι προβληματική και δεν προσφέρει θετικά πρότυπα, καθώς απευθύνεται και εφαρμόζεται μόνον σε μια κατηγορία «άλλων» και όχι σε όλους τους «άλλους». Η σχολική αγωγή είναι δικαίωμα όλων των πολιτών και απευθύνεται σε όλους αδιακρίτως τους Έλληνες και όχι μόνον προς κάποιες μερίδες Ελλήνων.

Αυτό που κάνει η σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, να συμπεριφέρεται διαφορετικά στις μειονότητες των Ελλήνων και διαφορετικά στην πλειοψηφία των Ελλήνων είναι ένα δείγμα ρατσιστικής πολιτικής διακρίσεων.

Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να εφαρμόζονται τα σχετικά άρθρα (13) και (16) του Συντάγματος, με απόλυτο σεβασμό μόνον προς τους Έλληνες Εβραίους, Μουσουλμάνους και Ρωμαιοκαθολικούς μαθητές και να μην εφαρμόζονται, με τον ίδιο τρόπο, και για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς μαθητές, με αποτέλεσμα να διδάσκονται οι μαθητές των θρησκευτικών μειονοτήτων, αμιγώς, τη δική τους πίστη οι δε ορθόδοξοι μαθητές μια απαράδεκτη και αντορθόδοξη πολυθρησκειακή αγωγή.

Δεν είναι δίκαιο να έχουν μόνον ορισμένοι συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους και να καταπατούνται τα δικαιώματα όλων των άλλων. Τέτοιας μορφής διακρίσεις δείχνουν την έκνομη και άδικη στάση των υπευθύνων, που έχει ως αφετηρία αλλά και ως πρακτικό αποτέλεσμα να δέχονται ρατσιστική μεταχείριση τα μέλη της ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας, από μια πολιτική ηγεσία, που, με το φαρισαϊκό, καθώς αποδεικνύεται, αφήγημά της, σε καθημερινή βάση, δεν χάνει ευκαιρία για να εξαπολύει τα βέλη της εναντίον των ρατσιστών και των διακρίσεων!

Η στρατηγική αυτής της αλλόκοτης πολιτικής θεωρείται απαράδεκτη και για τον πρόσθετο λόγο ότι είναι αντιδημοκρατική, δηλαδή αντισυνταγματική και παράνομη. Σε μια δημοκρατική χώρα, όπου η άσκηση της όποιας πολιτικής θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και τους Νόμους, δεν είναι δυνατόν να παίρνονται και να επιβάλλονται αποφάσεις παράνομες, με σαφή χαρακτηριστικά θρησκευτικού ρατσισμού και θρησκευτικών διακρίσεων.

Δεν μπορεί να υπάρχει το άρθρο (3) του Συντάγματος που αναφέρει ότι η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος είναι η επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα και η σημερινή πολιτεία να περιφρονεί επιδεικτικά τη θέληση της μεγάλης πλειονότητας του Ελληνικού λαού, που ανήκουν ως μέλη στην ορθόδοξη Εκκλησία.

Όλη αυτή όμως η αλλόκοτη και απαράδεκτη, για μια δημοκρατική χώρα, πολιτική συμπεριφορά πηγάζει από ρατσιστικές ιδέες, που φαίνεται ότι ενυπάρχουν μέσα στην ιδεολογία των κυβερνώντων, που οι ίδιοι, βέβαια, τις θεωρούν δημοκρατικές, με βάση τις οποίες δημιουργείται το πολιτικό τους αφήγημα και η πολιτική τους στρατηγική και συμπεριφορά για την παιδεία.

Εκεί, ακριβώς, στη δομή της ιδεολογίας τους, βρίσκεται η αιτία αυτής της εμφανούς απέχθειας και έχθρας, που έχουν, ξεχωριστά και διακριτικά, μόνον προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τα μέλη της.

Οι άνθρωποι αυτοί φαίνεται ότι έχουν δυσκολίες να πολιτεύονται, στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας, διότι είναι φανερό ότι έχουν προβλήματα και δυσκολίες στην επικοινωνία τους, με όσους ανήκουν σε διαφορετικούς χώρους και κύκλους, από τους δικούς τους και έχουν διαφορετικές απόψεις και διαφορετικό πνεύμα, από το δικό τους. Δεν έχουν μάθει να λειτουργούν δημοκρατικά και να βρίσκουν τρόπους να διαλέγονται με τους διαφορετικούς. Αυτό τους δημιουργεί αισθήματα ρατσισμού, υποτίμησης και περιφρόνησης για τους «άλλους».

Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε δυστυχώς ρατσιστικές κυβερνητικές αποφάσεις, που επιστρέφουν τη χώρα πολλά χρόνια πίσω, που καταργούν συνταγματικά δικαιώματα και επιβάλλουν βίαια αποφάσεις που αδικούν φορείς και πολίτες, που δεν έχουν τις ίδιες ιδεολογικές συντεταγμένες με τους κυβερνώντες.

Να αναφέρω μόνον ότι η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), αν και το έχει ζητήσει επανειλημμένως, γραπτώς και προφορικώς, δεν έχει περάσει την πόρτα του Υπουργείου εδώ και (4) χρόνια, από το 2015, διότι δεν έχει γίνει δεκτή σε ακρόαση από τους δύο τελευταίους Υπουργούς Παιδείας και, ενώ, ως γνωστό, υπάρχουν μεγάλα προβλήματα με το νέο πολυθρησκειακό μάθημα που τους επιβάλλεται να διδάσκουν, θέμα που απασχολεί, ως γνωστό, όλους σχεδόν τους Έλληνες.

Αντίθετα, οι δύο Υπουργοί δέχονται επιλεκτικά και τα (4) αυτά χρόνια που κυβερνούν να συνομιλούν και να συνεργάζονται με μια μικρή μερίδα θεολόγων, αποκομμένων από την (ΠΕΘ), επειδή οι θεολόγοι αυτοί συμφωνούν μαζί τους και συμβάλλουν, με προθυμία, στο αποδομητικό εναντίον της ορθόδοξης πίστεως έργο τους.

Πολιτικοί παράγοντες, όμως, που δεν έχουν τις προϋποθέσεις της επικοινωνίας, με όλους, αδιακρίτως, τους φορείς και τους πολίτες, δεν είναι ικανοί να πολιτεύονται σε δημοκρατικά πολιτεύματα, τα οποία έχουν Σύνταγμα, νόμους, κανόνες, συμβάσεις και ηθική δεοντολογία και απαιτούν διακυβέρνηση δίκαιη, δημοκρατική, διαλογική, προς όλους και όχι διακυβέρνηση με διακρίσεις, ρατσισμό, με ευνοϊκή, επομένως, μεταχείριση έναντι μόνον των ιδεολογικά προσκείμενων και των ημέτερων.

Και δεν φτάνει μόνον ότι δεν γίνεται δεκτή η (ΠΕΘ) για διάλογο, αλλά, επιπλέον, είναι γνωστοί πανελληνίως οι υβριστικοί, συκοφαντικοί και υποτιμητικοί χαρακτηρισμοί που έχουν εκτοξευθεί, κατά καιρούς, εναντίον της, από τους δύο Υπουργούς Παιδείας, επειδή δεν συμφωνεί στην θρησκευτική τους πολιτική, κατά παρόμοιο τρόπο, μάλιστα, όπως υβρίζονται, γενικά, τον τελευταίο καιρό, όλοι όσοι δεν συμφωνούν με τις απαράδεκτες αποφάσεις των Πρεσπών για το Μακεδονικό.

Ο στόχος αυτής της πολιτικής ηγεσίας είναι πρωτόγνωρος, όπως πρωτόγνωρη είναι η ολιγαρχικού τύπου επιβολή του διεθνισμού, που επιχειρούν σε όλα τα επίπεδα. Η ουσία της ετερότητας, ως τρόπου σκέψης, ζωής και συμπεριφοράς, φαίνεται ότι απουσιάζει από την εργαλειοθήκη της ιδεολογικής τους στρατηγικής. Και τούτο, διότι, από τις πράξεις και τη συμπεριφορά τους, δείχνουν ότι δεν πληρούν τις βασικές δημοκρατικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, προκειμένου να διακατέχονται από αισθήματα ευαισθησίας και ετερότητας προς τους «άλλους», τους διαφορετικούς.

Με όλα αυτά, είναι σαφές ότι επιδιώκουν, φανερά ή κρυφά, με όλα τα μέσα, να κάνουν τους «διαφορετικούς» ίδιους με αυτούς, να τους υποτάξουν, να τους αφομοιώσουν ή, αν δεν γίνεται αυτό, να τους μειώσουν και να τους εξοντώσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ορθόδοξη σχολική χριστιανική αγωγή.

Την βρήκαν, όταν ανέλαβαν το Υπουργείο Παιδείας οι δύο τελευταίοι Υπουργοί Παιδείας να διδάσκεται στα σχολεία. Δεν ήταν η θρησκευτική αγωγή που πίστευαν ιδεολογικά και ήθελαν, αλλά, ήταν, όμως, η αγωγή, που ήθελαν διαχρονικά και θέλουν και δικαιούνται να παρέχεται στα παιδιά τους οι Ορθόδοξοι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, Έλληνες γονείς.

Παρά ταύτα, οι δύο Υπουργοί δεν σεβάστηκαν τη θέληση ούτε την πίστη των «διαφορετικών» γονέων, αλλά, με απύθμενο πείσμα και θράσος και με συκοφαντίες και λασπολογίες εναντίον των αντιδρώντων, την περιφρόνησαν, την αλλοίωσαν και, παρά τις πάνδημες, σε πανελλήνιο επίπεδο, διαμαρτυρίες και τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, επέβαλαν, αυταρχικά, τις δικές τους υπουργικές αποφάσεις στα σχολεία, δηλαδή, να θεσμοθετήσουν, στη θέση του ορθόδοξου μαθήματος, την πολυθρησκειακή ή διαθρησκειακή διδασκαλία, που πλήττει, οντολογικά, την πίστη των μαθητών.

Η πολυθρησκειακή σχολική αγωγή είναι εκείνη που προωθεί το αφήγημα της διεθνιστικής ιδεολογίας. Όσοι αντέδρασαν ή αντιδρούν, είτε είναι γονείς είτε εκπαιδευτικοί, είτε, ακόμη και οι δικαστικοί λειτουργοί, απειλήθηκαν έμμεσα ή άμεσα, υβρίστηκαν, υβρίζονται και συκοφαντούνται, για να αποδειχθεί, για μια ακόμη φορά, από όσα συμβαίνουν, ότι η δημοκρατία δεν είναι το κοστούμι που βολεύει τη σημερινή πολιτική ηγεσία.

Βρισκόμαστε, συνεπώς, σε αναμονή της επόμενης διακυβέρνησης, για να δούμε αν θα επανέλθει η υπέρ του ελληνικού λαού και σύμφωνα με τη δική του θέληση συνταγματική τάξη και δημοκρατική νομιμότητα σε όλες τις εκφάνσεις του βίου.

τέλος σχολίων